Επίθετα Adjectives
Κεντρική Εισαγωγή Ηχογραφήσεις Γραμματική Home Introduction Recordings Grammar
elona sign
  • B1 -ε /-α /-ε
  • Β2 -ο /-α /-ο
  • B3 -ε /-α /-ιου
  • Β4 -ε /-ε /-ε
  • Β5 -ο /-ο /-ο
  • Β6 -ιού /-ία /-ιού
  • Β7 -η /-α /-ικο
  • Β8 -ε /-ε /-ιου
  • Β. Κλίσεις επιθέτων   Adjectives

    B1 επίθετα σε -ε /-α /-ε   adjectives in -ε /-α /-ε
    ατЁέ  μεγάλος, big
    Αρσενικό Θηλυκό Ουδέτερο
    Ενικός Singular Masc. Fem. Neuter
    Ονομ. Nom. / Αιτ. Acc. ατЁέ [atʃé] ατЁά [atʃá] ατЁέ [atʃé]
    Γεν. Gen. ατЁού [atʃú] ατЁά [atʃá] ατЁού [atʃú]
    Πληθ. Plural
    Ονομ. Nom. / Αιτ. Acc. ατЁοί [atʃí] ατЁοί [atʃí] ατЁά [atʃá]

    Ετσι κλίνονται και:
    The following are declined in the same way: κράμα [kráma] κλήμα climbing vine, κ.α. etc.

    Αρχή
    Top

    B2 επίθετα σε -ο /-α /-ο   adjectives in -ο /-α /-ο
    λίγο  λίγος, few, little (quantity)
    Αρσενικό Θηλυκό Ουδέτερο
    Ενικός Singular Masc. Fem. Neuter
    Ονομ. Nom. / Αιτ. Acc. λίγο [ʎíɣo] λίγα [ʎíɣa] λίγο [ʎíɣo]
    Γεν. Gen. λίγου [ʎíɣu] λίγα [ʎíɣa] λίγου [ʎíɣu]
    Πληθ. Plural
    Ονομ. Nom. / Αιτ. Acc. λίγοι [ʎíʝi] λίγοι [ʎíʝi] λίγα [ʎíɣa]

    Ετσι κλίνονται και:
    The following are declined in the same way: κακό [kakó] κακός bad, κ.α. etc.

    Αρχή
    Top

    B3 επίθετα σε -ε /-α /-ιου   adjectives in -ε /-α /-ιου
    κουβάνε  μαύρος, black (<AG. κυϜάνεος)
    Αρσενικό Θηλυκό Ουδέτερο
    Ενικός Singular Masc. Fem. Neuter
    Ονομ. Nom. / Αιτ. Acc. κουβάνε [kuváne] κουβάνα [kuvána] κουβάνιου [kuváɲu]
    Γεν. Gen. κουβάνε [kuváne] κουβάνα [kuvána] κουβάνιου [kuváɲu]
    Πληθ. Plural
    Ονομ. Nom. / Αιτ. Acc. κουβάЈοι [kuváni] κουβάЈοι [kuváni] κουβάνα [kuvána]

    Ετσι κλίνονται και:
    The following are declined in the same way: ξένε [kséne] ξένος foreign, κ.α. etc.

    Αρχή
    Top

    B4 επίθετα σε -ε /-ε /-ε   adjectives in -ε /-ε /-ε
    άραχλε  κακός, bad
    Αρσενικό Θηλυκό Ουδέτερο
    Ενικός Singular Masc. Fem. Neuter
    Ονομ. Nom. / Αιτ. Acc. άραχλε [áraxle] άραχλε [áraxle] άραχλε [áraxle]
    Γεν. Gen. άραχλε [áraxle] άραχλε [áraxle] άραχλε [áraxle]
    Πληθ. Plural
    Ονομ. Nom. / Αιτ. Acc. άραχλοι [áraxli] άραχλοι [áraxli] άραχλα [áraxla]

    Ετσι κλίνονται και:
    The following are declined in the same way: άδεξε [áđekse] άσχημος ugly, κ.α. etc.

    Αρχή
    Top

    B5 επίθετα σε -ο /-ο /-ο   adjectives in -ο /-ο /-ο
    άδικο άδικος, wrong
    Αρσενικό Θηλυκό Ουδέτερο
    Ενικός Singular Masc. Fem. Neuter
    Ονομ. Nom. / Αιτ. Acc. άδικο [áđiko] άδικο [áđiko] άδικο [áđiko]
    Γεν. Gen. άδικου [áđiku] άδικου [áđiku] άδικου [áđiku]
    Πληθ. Plural
    Ονομ. Nom. / Αιτ. Acc. άδιτЀοι [áđitˢi] άδιτЀοι [áđitˢi] άδικα [áđika]

    Ετσι κλίνονται και:
    The following are declined in the same way: ανέφταιγο [anéfteɣo] αθώος not to blame, κ.α. etc.

    Αρχή
    Top

    B6 επίθετα σε -ιού /-ία /-ιού   adjectives in -ιού /-ία /-ιού
    βαθιού βαθύς, deep
    Αρσενικό Θηλυκό Ουδέτερο
    Ενικός Singular Masc. Fem. Neuter
    Ονομ. Nom. / Αιτ. Acc. βαθιού [vaθçú] βαθία [vaθía] βαθιού [vaθçú]
    Γεν. Gen. βαθιού [vaθçú] βαθία [vaθía] βαθιού [vaθçú]
    Πληθ. Plural
    Ονομ. Nom. / Αιτ. Acc. βαθοί [vaθí] βαθίε [vaθíe] βαθία [vaθía]

    Ετσι κλίνονται και:
    The following are declined in the same way: παχιού [paçú] παχύς fat, κ.α. etc.

    Αρχή
    Top

    B7 επίθετα σε -η /-α /-ικο   adjectives in -η /-α /-ικο
    γρινιάρη γρινιάρης, complaining
    Αρσενικό Θηλυκό Ουδέτερο
    Ενικός Singular Masc. Fem. Neuter
    Ονομ. Nom. / Αιτ. Acc. γρινιάρη [ɣriɲári] γρινιάρα [ɣriɲára] γρινιάρικο [ɣriɲáriko]
    Γεν. Gen. γρινιάρη [ɣriɲári] γρινιάρα [ɣriɲára] γρινιάρικου [ɣriɲáriku]
    Πληθ. Plural
    Ονομ. Nom. / Αιτ. Acc. γρινιάρηδε [ɣriɲáriđe] γρινιάρε [ɣriɲáre] γρινιάρικα [ɣriɲárika]

    Ετσι κλίνονται και:
    The following are declined in the same way: ζηλιάρη / ζηλιάЂη [ziʎári / ziʎáʒi] ζηλιάρης jealous, κ.α. etc.

    Αρχή
    Top

    B8 επίθετα σε -ε /-ε /-ιου   adjectives in -ε /-ε /-ιου
    έμισε μισός, half
    Αρσενικό Θηλυκό Ουδέτερο
    Ενικός Singular Masc. Fem. Neuter
    Ονομ. Nom. / Αιτ. Acc. έμισε [émise] έμισε [émise] έμιЁου [émiʃu]
    Γεν. Gen. έμισε [émise] έμισε [émise] έμιЁου [émiʃu]
    Πληθ. Plural
    Ονομ. Nom. / Αιτ. Acc. έμισοι [émisi] έμισοι [émisi] έμισα [émisa]

    Ετσι κλίνονται και:
    The following are declined in the same way: πλέτερε (θηλ./fem. πλέτερε, ουδ./neut. πλέτεЂου ή/or πλέτερε) [plétere, pléteʒu] περισσότερος more, πρώτε (θηλ./fem. πρώτε ή/or πρώτα, ουδ./neut. πρώκιου) [próte, prócu] πρώτος first, δεύτερε (θηλ./fem. δεύτερε, ουδ./neut. δεύτεЂου) [đéftere, đéfteʒu] δεύτερος second.

    Αρχή
    Top