Το ρήμα αρίЄου The verb αρίЄου
Κεντρική Εισαγωγή Ηχογραφήσεις Γραμματική Ρήματα Home Introduction Recordings Grammar Verbs

E21 το ρήμα αρίЄου  παίρνω  the verb αρίЄου to take

Σημείωμα: η παθητική φωνή του ρήματος αυτού δεν απαντά συχνά εκτός απο τον ενεστώτα ένι αριЄούμενε
Note: the passive voice of this verb is not in common use apart from the present ένι αριЄούμενε

E21.1 Ενεργητική Φωνή   Active Voice

Ε21.1.1 Ενεστώτας   Present Tense
Οριστική Ενεστώτα   Present Indicative
Ενικός Αρσενικό Θηλυκό Ουδέτερο
Singular Masc. Fem. Neuter
1 ένι αρίЄου ένι αρίЄα ένι αρίЄουντα
2 έσι αρίЄου έσι αρίЄα έσι αρίЄουντα
3 έЈι αρίЄου έЈι αρίЄα έЈι αρίЄουντα
Πληθ. Pl.
1 έμε αρίЄουντε έμε αρίЄουντε έμε αρίЄουντα
2 έЋε αρίЄουντε έЋε αρίЄουντε έЋε αρίЄουντα
3 είνι αρίЄουντε είνι αρίЄουντε είνι αρίЄουντα

Αρχή
Top

Υποτακτική Ενεστώτα   Present Subjunctive
Ενικός Πληθ.
Sing. Plural
1 αρίЄου αρίЄομε
2 αρίτЀερε αρίτЀετε
3 αρίτЀει αρίЄωι

Αρχή
Top

Προστακτική Ενεστώτα   Present Imperative
Ενικός Πληθ.
Sing. Plural
2 άριτЀε αρίτЀετε

Αρχή
Top

Ε21.1.2 Παρατατικός   Imperfect
Ενικός Αρσενικό Θηλυκό Ουδέτερο
Singular Masc. Fem. Neuter
1 έμα αρίЄου έμα αρίЄα έμα αρίЄουντα
2 έσα αρίЄου έσα αρίЄα έσα αρίЄουντα
3 έκι αρίЄου έκι αρίЄα έκι αρίЄουντα
Πληθ. Pl.
1 έμαϊ αρίЄουντε έμαϊ αρίЄουντε έμαϊ αρίЄουντα
2 έЋαϊ αρίЄουντε έЋαϊ αρίЄουντε έЋαϊ αρίЄουντα
3 ήγκιαϊ αρίЄουντε ήγκιαϊ αρίЄουντε ήγκιαϊ αρίЄουντα

Αρχή
Top

Ε21.1.3 Αόριστος   Aorist
Οριστική Αορίστου   Aorist Indicative
Ενικός Πληθ.
Sing. Plural
1 άγκα άγκαμε
2 άντζερε άγκατε
3 άντζε άγκαϊ

Αρχή
Top

Υποτακτική Αορίστου   Aorist Subjunctive
Ενικός Πληθ.
Sing. Plural
1 (ν) άρου (ν) άρομε
2 (ν) άρερε (ν) άρετε
3 (ν) άρει (ν) άρωι

Αρχή
Top

Προστακτική Αορίστου   Aorist Imperative
Ενικός Πληθ.
Sing. Plural
2 άρε άρετε

Αρχή
Top

Ε21.1.4 Μέλλοντας  Future
Εξακολουθητικός Μέλλοντας  Future continuous
Ενικός Πληθ.
Sing. Plural
1 θα αρίЄου θα αρίЄομε
2 θα αρίτЀερε θα αρίτЀετε
3 θα αρίτЀει θα αρίЄωι

Αρχή
Top

Συνοπτικός Μέλλοντας   Future simple
Ενικός Πληθ.
Sing. Plural
1 θα (ν) άρου θα (ν) άρομε
2 θα (ν) άρερε θα (ν) άρετε
3 θα (ν) άρει θα (ν) άρωι

Αρχή
Top

Ε21.1.5 Παρακείμενος   Perfect
Ενικός Αρσενικό Θηλυκό Ουδέτερο
Singular Masc. Fem. Neuter
1 ένι έχου παρτέ ένι έχα παρτέ ένι έχουντα παρτέ
2 έσι έχου παρτέ έσι έχα παρτέ έσι έχουντα παρτέ
3 έЈι έχου παρτέ έЈι έχα παρτέ έЈι έχουντα παρτέ
Πληθ.
1 έμε έχουντε παρτέ έμε έχουντε παρτέ έμε έχουντα παρτέ
2 έЋε έχουντε παρτέ έЋε έχουντε παρτέ έЋε έχουντα παρτέ
3 είνι έχουντε παρτέ είνι έχουντε παρτέ είνι έχουντα παρτέ

Αρχή
Top

Ε21.1.6 Υπερσυντέλικος   Pluperfect
Ενικός Αρσενικό Θηλυκό Ουδέτερο
Singular Masc. Fem. Neuter
1 έμα έχου παρτέ έμα έχα παρτέ έμα έχουντα παρτέ
2 έσα έχου παρτέ έσα έχα παρτέ έσα έχουντα παρτέ
3 έκι έχου παρτέ έκι έχα παρτέ έκι έχουντα παρτέ
Πληθ.
1 έμαϊ έχουντε παρτέ έμαϊ έχουντε παρτέ έμαϊ έχουντα παρτέ
2 έЋαϊ έχουντε παρτέ έЋαϊ έχουντε παρτέ έЋαϊ έχουντα παρτέ
3 ήγκιαϊ έχουντε παρτέ ήγκιαϊ έχουντε παρτέ ήγκιαϊ έχουντα παρτέ

Αρχή
Top

Ε21.1.7 Συντελεσμένος Μέλλοντας   Future Perfect
Ενικός Πληθ.
Sing. Plural
1 θα έχου παρτέ θα έχομε παρτέ
2 θα έχερε παρτέ θα έχετε παρτέ
3 θα έχει παρτέ θα έχωι παρτέ

Αρχή
Top

Ε21.1.8 Υποθετική   Conditional
Εξακολουθητική Υποθετική   Continuous conditional
Ενικός Πληθ.
Sing. Plural
1 θάκια αρίЄου θάκια αρίЄομε
2 θάκια αρίτЀερε θάκια αρίτЀετε
3 θάκια αρίτЀει θάκια αρίЄωι

Αρχή
Top

Συνοπτική Υποθετική   Momentary conditional
Ενικός Πληθ.
Sing. Plural
1 θάκια (ν) άρου θάκια (ν) άρομε
2 θάκια (ν) άρερε θάκια (ν) άρετε
3 θάκια (ν) άρει θάκια (ν) άρωι

Αρχή
Top