Το ρήμα φορού The verb φορού
Κεντρική Εισαγωγή Ηχογραφήσεις Γραμματική Ρήματα Home Introduction Recordings Grammar Verbs

E7 το ρήμα φορού φοράω   The verb φορού to wear

E7.1 Ενεργητική Φωνή   Active Voice

Ε7.1.1 Ενεστώτας   Present Tense
Οριστική Ενεστώτα   Present Indicative
Ενικός Αρσενικό Θηλυκό Ουδέτερο
Singular Masc. Fem. Neuter
1 ένι φορού ένι φορούα ένι φορούντα
2 έσι φορού έσι φορούα έσι φορούντα
3 έЈι φορού έЈι φορούα έЈι φορούντα
Πληθ. Pl.
1 έμε φορούντε έμε φορούντε έμε φορούντα
2 έЋε φορούντε έЋε φορούντε έЋε φορούντα
3 είνι φορούντε είνι φορούντε είνι φορούντα

Αρχή
Top

Υποτακτική Ενεστώτα   Present Subjunctive
Ενικός Πληθ.
Sing. Plural
1 φορήνου φορήνομε
2 φορήνερε φορήνετε
3 φορήνει φορήνωι

Αρχή
Top

Προστακτική Ενεστώτα   Present Imperative
Ενικός Πληθ.
Sing. Plural
2 φόρηνε φορήνετε

Αρχή
Top

Ε7.1.2 Παρατατικός   Imperfect
Ενικός Αρσενικό Θηλυκό Ουδέτερο
Singular Masc. Fem. Neuter
1 έμα φορού έμα φορούα έμα φορούντα
2 έσα φορού έσα φορούα έσα φορούντα
3 έκι φορού έκι φορούα έκι φορούντα
Πληθ. Pl.
1 έμαϊ φορούντε έμαϊ φορούντε έμαϊ φορούντα
2 έЋαϊ φορούντε έЋαϊ φορούντε έЋαϊ φορούντα
3 ήγκιαϊ φορούντε ήγκιαϊ φορούντε ήγκιαϊ φορούντα

Αρχή
Top

Ε7.1.3 Αόριστος   Aorist
Οριστική Αορίστου   Aorist Indicative
Ενικός Πληθ.
Sing. Plural
1 εφορέκα εφορέκαμε
2 εφορέτЀερε εφορέκατε
3 εφορέτЀε εφορέκαϊ

Αρχή
Top

Υποτακτική Αορίστου   Aorist Subjunctive
Ενικός Πληθ.
Sing. Plural
1 φορέου φορέμε
2 φορέρε φορέτε
3 φορέει φορέЈι

Αρχή
Top

Προστακτική Αορίστου   Aorist Imperative
Ενικός Πληθ.
Sing. Plural
2 φόρε φορέτε

Αρχή
Top

Ε7.1.4 Μέλλοντας  Future
Εξακολουθητικός Μέλλοντας  Future continuous
Ενικός Πληθ.
Sing. Plural
1 θα φορήνου θα φορήνομε
2 θα φορήνερε θα φορήνετε
3 θα φορήνει θα φορήνωι

Αρχή
Top

Συνοπτικός Μέλλοντας   Future simple
Ενικός Πληθ.
Sing. Plural
1 θα φορέου θα φορέμε
2 θα φορέρε θα φορέτε
3 θα φορέει θα φορέЈι

Αρχή
Top

Ε7.1.5 Παρακείμενος   Perfect
Ενικός Αρσενικό Θηλυκό Ουδέτερο
Singular Masc. Fem. Neuter
1 ένι έχου φορεστέ ένι έχα φορεστέ ένι έχουντα φορεστέ
2 έσι έχου φορεστέ έσι έχα φορεστέ έσι έχουντα φορεστέ
3 έЈι έχου φορεστέ έЈι έχα φορεστέ έЈι έχουντα φορεστέ
Πληθ.
1 έμε έχουντε φορεστέ έμε έχουντε φορεστέ έμε έχουντα φορεστέ
2 έЋε έχουντε φορεστέ έЋε έχουντε φορεστέ έЋε έχουντα φορεστέ
3 είνι έχουντε φορεστέ είνι έχουντε φορεστέ είνι έχουντα φορεστέ

Αρχή
Top

Ε7.1.6 Υπερσυντέλικος   Pluperfect
Ενικός Αρσενικό Θηλυκό Ουδέτερο
Singular Masc. Fem. Neuter
1 έμα έχου φορεστέ έμα έχα φορεστέ έμα έχουντα φορεστέ
2 έσα έχου φορεστέ έσα έχα φορεστέ έσα έχουντα φορεστέ
3 έκι έχου φορεστέ έκι έχα φορεστέ έκι έχουντα φορεστέ
Πληθ.
1 έμαϊ έχουντε φορεστέ έμαϊ έχουντε φορεστέ έμαϊ έχουντα φορεστέ
2 έЋαϊ έχουντε φορεστέ έЋαϊ έχουντε φορεστέ έЋαϊ έχουντα φορεστέ
3 ήγκιαϊ έχουντε φορεστέ ήγκιαϊ έχουντε φορεστέ ήγκιαϊ έχουντα φορεστέ

Αρχή
Top

Ε7.1.7 Συντελεσμένος Μέλλοντας   Future Perfect
Ενικός Πληθ.
Sing. Plural
1 θα έχου φορεστέ θα έχομε φορεστέ
2 θα έχερε φορεστέ θα έχετε φορεστέ
3 θα έχει φορεστέ θα έχωι φορεστέ

Αρχή
Top

Ε7.1.8 Υποθετική   Conditional
Εξακολουθητική Υποθετική   Continuous conditional
Ενικός Πληθ.
Sing. Plural
1 θάκια φορήνου θάκια φορήνομε
2 θάκια φορήνερε θάκια φορήνετε
3 θάκια φορήνει θάκια φορήνωι

Αρχή
Top

Συνοπτική Υποθετική   Momentary conditional
Ενικός Πληθ.
Sing. Plural
1 θάκια φορέου θάκια φορέμε
2 θάκια φορέρε θάκια φορέτε
3 θάκια φορέει θάκια φορέЈι

Αρχή
Top

E7.2 Παθητική Φωνή   Passive Voice

Ε7.2.1 Ενεστώτας   Present Tense
Οριστική Ενεστώτα   Present Indicative
Ενικός Αρσενικό Θηλυκό Ουδέτερο
Singular Masc. Fem. Neuter
1 - - -
2 - - -
3 έЈι φορεσκούμενε έЈι φορεσκουμένα έЈι φορεσκούμενε
Πληθ. Pl.
1 - - -
2 - - -
3 είνι φορεσκουμένοι είνι φορεσκουμένοι είνι φορεσκούμενα

Αρχή
Top

Υποτακτική Ενεστώτα   Present Subjunctive
Ενικός Πληθ.
Sing. Plural
1 - -
2 - -
3 φορέστЀηται φορέσκονται

Αρχή
Top

Προστακτική Ενεστώτα   Present Imperative
Ενικός Πληθ.
Sing. Plural
2 - -

Αρχή
Top

Ε7.2.2 Παρατατικός   Imperfect
Ενικός Αρσενικό Θηλυκό Ουδέτερο
Singular Masc. Fem. Neuter
1 - - -
2 - - -
3 έκι φορεσκούμενε έκι φορεσκουμένα έκι φορεσκούμενε
Πληθ. Pl.
1 - - -
2 - - -
3 ήγκιαϊ φορεσκουμένοι ήγκιαϊ φορεσκουμένοι ήγκιαϊ φορεσκούμενα

Αρχή
Top

Ε7.2.3 Αόριστος   Aorist
Οριστική Αορίστου   Aorist Indicative
Ενικός Πληθ.
Sing. Plural
1 - -
2 - -
3 εφορέστε εφορέσταϊ

Αρχή
Top

Υποτακτική Αορίστου   Aorist Subjunctive
Ενικός Πληθ.
Sing. Plural
1 - -
2 - -
3 φορεστεί φορεστούЈι

Αρχή
Top

Προστακτική Αορίστου   Aorist Imperative
Ενικός Πληθ.
Sing. Plural
2 - -

Αρχή
Top

Ε7.2.4 Μέλλοντας  Future
Εξακολουθητικός Μέλλοντας  Future continuous
Ενικός Πληθ.
Sing. Plural
1 - -
2 - -
3 θα φορέστЀηται θα φορέσκονται

Αρχή
Top

Συνοπτικός Μέλλοντας   Future simple
Ενικός Πληθ.
Sing. Plural
1 - -
2 - -
3 θα φορεστεί θα φορεστούЈι

Αρχή
Top

Ε7.2.5 Παρακείμενος   Perfect
Ενικός Αρσενικό Θηλυκό Ουδέτερο
Singular Masc. Fem. Neuter
1 - - -
2 - - -
3 έЈι φορεστέ έЈι φορεστά έЈι φορεστέ
Πληθ. Pl.
1 - - -
2 - - -
3 είνι φορεστοί είνι φορεστοί είνι φορεστά

Αρχή
Top

Ε7.2.6 Υπερσυντέλικος   Pluperfect
Ενικός Αρσενικό Θηλυκό Ουδέτερο
Singular Masc. Fem. Neuter
1 - - -
2 - - -
3 έκι φορεστέ έκι φορεστά έκι φορεστέ
Πληθ. Pl.
1 - - -
2 - - -
3 ήγκιαϊ φορεστοί ήγκιαϊ φορεστοί ήγκιαϊ φορεστά

Αρχή
Top

Ε7.2.7 Συντελεσμένος Μέλλοντας   Future Perfect
Ενικός Αρσενικό Θηλυκό Ουδέτερο
Singular Masc. Fem. Neuter
1 - - -
2 - - -
3 θα έЈι φορεστέ θα έЈι φορεστά θα έЈι φορεστέ
Πληθ. Pl.
1 - - -
2 - - -
3 θα είνι φορεστοί θα είνι φορεστοί θα είνι φορεστά

Αρχή
Top

Ε7.2.8 Υποθετική   Conditional
Εξακολουθητική Υποθετική   Continuous conditional
Ενικός Πληθ.
Sing. Plural
1 - -
2 - -
3 θάκια φορέστЀηται θάκια φορέσκονται

Αρχή
Top

Συνοπτική Υποθετική   Momentary conditional
Ενικός Πληθ.
Sing. Plural
1 - -
2 - -
3 θάκια φορεστεί θάκια φορεστούЈι

Αρχή
Top