Λεωνίδιο 15-5-13 Leonidio
Κεντρική Εισαγωγή Ηχογραφήσεις Γραμματική Home Introduction Recordings Grammar
Ηχογράφηση κ. Γ Πήλιουρα, 15η Μαΐου 2013, Λεωνίδιο Αρκαδίας.

Recording of Mr G Piliouras, 15th May 2013, Leonidio, Arkadia, Peloponnese, Greece.

Κείμενο στα τσακώνικα
Tsakonian text

Ο Λιούκο τЀαι ο Χωριάτα
Έκι ένα χωριάτα του παλιοί τЀαιροί, τЀ’ έκι θέου να ζάει από τα νία χώρα Ћαν άβα. Иαν άβα χώρα έκι παντρευτά α σάτη σι, τЀ’ έκι θέου να ζάει να Љ’ οράει. Έκι χειμωνικό. Εφύντζε από τα χώρα σι...ε...με του πούε... γιατσ’ όκι υπάρχου [υπάρχουντα] το σημερινέ αυτοκινητέ έτεοι του τЀαιροί. Εφύντζε αλλά εκαγγιούτЀε... εζάτЀε περάτЀε τάσ’ από Ёίνου από πορείε Њ’ ήγκιαϊ... ούγκιαϊ καλοί.... εκαγγιούτЀε. ΕτσιЋάε τЀαι κατσαβάρα... τЀ’ όκι ορού, εχάτЀε τον προσανατολισμό σι, όκι ορού, όκι ξέρου κια να ζάει. Ένταν’ ταν ούρα... ανεμούЋε πουρτέσε σι ένα λιούκο. ΕφοζάτЀε [εφοζάЋε] ο χωριάτα, επέτЀε “έν’ Єαρίχ’ ‘α μι φάει.” Ж’ επέτЀε ο λιούκο: “Μη φοζήσου, ένι κολλέγα ντι. Τσ’ εσ’ θέου; Κια ‘σ’ έγγου όρεγι;” Λέει: “ένι θέου να ζάου Ћαν ταδε χώρα.” “Έσ’ έχου παρτέ άβα πορεία. Όν’ α πορεία… Њι....όν’ α πορεία έντανι Њ’ έσ’ θέου να... όρπα Њ’ έσ’ θέου να ζάρε.” “Εδαρι τσι να ποίου;” Љ’ επέτσε. “Εα γι, να ζάμε Ћαν τЀέα μι.... θα....θ’ αραμάρε όρπα.... τЀαι τα σύνταχα Њι θα.... ξημερούει ο άγιο Θεό ταν αμέρα...θα ντι δενάτσου ταν πορεία.... για να ζάρε όρπα Њ’ έσ’ θέου.” Ο χωρικό... ταν...όχι δε νι κιστίτЀε..... έκι φοζούμενε. “Μη φοζήσου,” Љ’ επέτσε, “ό θα ντι κειράξου καθόλου.” Εζάκαϊ σ’ ένα μιτЀή σπήІι, όρπα Њι [έκι] αραμού ο λιούκο. Ж’ επέτЀε: “εκιού να ζάρε από τάσου, τЀ’ εζού από τάτσου... και θα ντι φυάτσου από ταν κρυάδα με του τЁίχε μι.” Εκιούβαϊ ЁούЄο με ЁούЄο. Όα τα νιούЋα ο χωριάτα έκι τЁέμου γιατσ’ έκι φοζούμενε. Τα σύνταχα εμπαΐτЀ’ ο ήλιε.... εЋάκαϊ.... εЄρύσταϊ.... Љ’ επέτЀε: “Εα γι να ζάου... έα γι να ντι δενάτσου ταν πορεία... Њου θα ζάρε όρπα Њ’ έσ’ θέου.” Πριν φύτσωϊ καταπά... εμπαΐκαϊ καταπά να φύτσωϊ, Љ’ επέτЀε: “να ντι... δε ντ’ ερωτήκα, Њουρ επεραΐερ’ εκιούβερε κα, μην εκαρδιάερε τα νιούЋα;” “Οχι, κα εκιούβα... λιγάτσι ήγκιαϊ βρομούντα τα χνούτα ντι.” “Εχ, έμε τЁούντε κάνα ψόϊθε, κάνα βρομικό – όμ’ ερεЄούντε τЀ’ ενεί το χειμωνικό τσι να φάμε, τЀαι γιά ‘κεινι,” Љ’ επέτσε, ο λιούκο επέτЀε Ћο χωριάτα. Μόλι εμποίκαϊ καταπά.... ο λιούκο κάτσι... έκι ποί’ ότσι έκι σκεγγούμενε. Ж’ επέτЀε “έα γι... Љ’ εσ’ ορού ένταν’ ταν πορεία;” “Ναι.” “Απ’ ορπά θα ζάρε, θα μπαΐερ’ οπά πέρε, τЀ’ απ’ ορπά θα’ ράρε τα χώρα Њ’ έσ’ θέου... να ζάρε. Αλλά πριν φύτσερ’ έα γι.” Εγύρκαϊ κίσου, τЀ’ έκι έχου χάμου.... έκι ένα τσεκούρι, Љ’ επέτσε: “άρε νι το τσεκούρι Ћα χέρα ντι.” Ж’ άντζ’ ο χωριάτα, ο λιούκο ετσαπρούЋε χάμου.... τЀ’ εβαλήτЀε τα τσουφά σι τάν’....τάν’ σ’ένα κάІι. Ж’ επέτЀε “δι μι, δι μι νία με το τσεκούρι Ћο λαιμό.” “Зου να ντι νι δου;” επέτЀε Ћο... “να ντι σκοτού, μαθέ;” “Δι μι νι.... γιατσί θα Ћάου τάν’ τЀαι θα ντι φάου.” Όκι έγγου ο χωριάτα, έκι...πφ...δειλιάζου. Τελικά... αφού... νι... εφοζάτЀε [εφοζάЋε] το λιούκο εκλείτЀε του ψιλοί σι... Љ’ εδούτЀε νία Ћο λαιμό... μπαΐκαϊ τα αίματα. Ж’ επέτЀε: “Φύτσε να μη ντ’ ορήνου Ћου ψιλοί μι.” Εφύντζ’ ο χωριάτα, εφύντζε, ζάτЀε ταν ι-σάτη σι, γύρτЀε κίσου Ћα χώρα σι. Μετ’ από δυ-τЁει χρόνου... εμποίτЀε το ίδιε δρομολόγιε... ταν ίδιε, εζάτЀε ταν ίδιε πορεία. Να ο λιούκο, ένα λιούκο πουρτέσε σι. Πουρτέσ’ ο λιούκο. Ж’ επέτЀε “οπ, οπ, όσ’ θυμούμενέ μι;” “Οχι, όνι θυμούμενε.” “Οσ’ θυμούμενε Њι ντι... Њι ντ’ αποσούκα Ћαν τЀέα μι τόЋε...για να μη π... πεθάνερε από ταν κρυάδα... Њ’ εκαγγιούτЀε τЀ’ εχάτЀερε ταν πορεία;” “Εκιού έσι;” Љ’ επέτЀε. “Εζού ένι.” “Μα έκεινι” λέει “αφού Љ’ εκόβα τα τσουφά σι, Њουρ εζήτЀ’ ατό;” “Εζού έϊ, να βάλ’ τα χέρα ντι όρεγι” Љ’ επέτЀε. ΕβαλήτЀ’ ο χωριάτα Ћο λαιμό. “Ρε κιού ένταν’ α πληγή εγιάντζε;” ΤЀαι Љ’ επέτЀε ο λιούκο “α πληγή εγιάντζε, αλλά ο όγο Њι μ’ επέτЀερε κιού Љ’ έЉ’ έχου τάσου μι ακόνη. Οσ’ ντρεπούμενε ρε;” Љ’ επέτЀε, “ντ’ εμποίκα το καλέ, τЀαι δεν ε... επανάτЀερε από ταν κρυάδα, τЀαι κιού μ’ επέτЀερε ότσι ήγκιαϊ βρωμούντα τα χνούτα μι, φύτσε να μη ντ’ ορήνου Ћου ψιλοί μι.” Ετρου αραμάτЀε το... Њ’ έμε αούντε ότσι α πληγά ε... ε γιαίνα, ο όγο έν’ αραμού – η πληγή γιαίνει αλλά ο λόγος μένει.

Αρχή
Top

Μετάφραση στα ελληνικά
Greek translation

Ο Λύκος και ο Χωριάτης
Υπήρχε ένας χωριάτης τους παλιούς καιρούς, κι ήθελε να πάει από το ένα χωριό στο άλλο. Στο άλλο χωριό ήταν παντρεμένη η κόρη του, κι ήθελε να πάει για να τη δει. Ηταν χειμώνας. Έφυγε από το χωριό του...ε...με τα πόδια...γιατί δεν υπήρχε το σημερινό αυτοκινητό εκείνους τους καιρούς. Έφυγε αλλά νύχτωσε... πήγε πέρασε μεσ’ από βουνά από δρόμους που ήταν... που δεν ήταν καλοί... νύχτωσε. Έπεσε και ομίχλη... και δεν έβλεπε, έχασε τον προσανατολισμό του, δεν έβλεπε, δεν ήξερε που να πάει. Αυτή την ώρα... πετάχτηκε μπροστά του ένας λύκος. Φοβήθηκε ο χωριάτης, είπε “ζητάει (θέλει) να με φάει.” Του είπε ο λύκος: “μη φοβάσαι, είμαι φίλος σου. Τι θέλεις; Που πας εδώ;” Λέει: “θέλω να πάω στο τάδε χωριό.” “Εχεις πάρει άλλο δρόμο. Δεν είναι ο δρόμος που... δεν είναι ο δρόμος αυτός που θέλεις να... εκεί που θέλεις να πας.” “Τώρα τι να κάνω;” του είπε. “Ελα δω, να πάμε στο σπίτι μου... θα... θα μείνεις εκεί... και το πρωί που θα... ξημερώσει ο άγιος Θεός τη μέρα... θα σου δείξω το δρόμο... για να πας εκεί που θέλεις.” Ο χωριάτης... την... όχι δεν τον πίστεψε.... φοβόταν. “Μη φοβάσαι,” του είπε, “δε θα σε πειράξω καθόλου.” Πήγανε σε μια μικρή σπηλιά, εκεί που έμενε ο λύκος. Του είπε: “εσύ να πας από μέσα κι εγώ απ’ έξω... και θα σε φυλάξω από το κρύο με τις τρίχες μου.” Κοιμήθηκαν μύτη με μύτη. Όλη τη νύχτα ο χωριάτης έτρεμε γιατί φοβόταν. Το πρωί βγήκε ο ήλιος.... σηκώθηκαν.... πλύθηκαν.... του είπε [ο λύκος]: “Έλα δω να πάω... έλα δω να σου δείξω το δρόμο... πως θα πας εκεί που θέλεις.” Πριν φύγουν εκεί πέρα... βγήκαν προς την κατεύθυνση εκείνη για να φύγουν, του είπε [ο λύκος]: “να σου... δε σε ρώτησα, πως πέρασες, κοιμήθηκες καλά, μήπως κρύωσες τη νύχτα;” “Οχι, καλά κοιμήθηκα... η ανάσα σου βρομούσε λιγάκι.” “Εχ, τρώμε κάνα ψοφίμι, κάνα βρομικό – δε βρίσκουμε και μεις το χειμώνα τι να φάμε, και γι’αυτό,” του είπε , ο λύκος είπε στο χωριάτη. Μόλις έκαναν προς τα κει.... ο λύκος κάτι... έκανε πως σκεφτότανε. Του είπε “έλα δω... το βλέπεις εκείνο το δρόμο;” “Ναι.” “Απ’ εκεί θα πας, θα βγεις εκεί πέρα, κι απ’ εκεί θα δεις το χωριό που θέλεις... να πας. Αλλά πριν φύγεις έλα δω.” Γύρισαν πίσω, κι είχε κάτω στη γη.... ήταν ένα τσεκούρι, του είπε: “πάρ’ το το τσεκούρι στο χέρι σου.” Το πήρε ο χωριάτης, ο λύκος ξαπλώθηκε στη γη.... κι έβαλε το κεφάλι του πάνω....πάνω σ’ένα ξύλο. Του είπε “δωσ’ μου, δωσ’ μου μία με το τσεκούρι στο λαιμό.” “Πως να στη δώσω;” είπε στο... “να σε σκοτώσω, μαθές;” “Δωσ’ τη μου.... γιατί [αλλοιώς] θα σηκωθώ και θα σε φάω.” Δεν πήγαινε ο χωριάτης...πφ...δείλιαζε. Τελικά... αφού... τον... φοβόταν το λύκο έκλεισε τα μάτια του... του έδωσε μία στο λαιμό... βγήκαν τα αίματα. Του είπε: “Φύγε να μη σε βλέπω στα μάτια μου.” Έφυγε ο χωριάτης, έφυγε, πήγε στην κόρη του, γύρισε πίσω στο χωριό του. Ύστερα από δυό-τρία χρόνια... έκανε το ίδιο δρομολόγιο... τον ίδιο, πήγε τον ίδιο δρόμο. Να ο λύκος, ένας λύκος μπροστά του. Μπροστά ο λύκος. Του είπε “οπ, οπ, δε με θυμάσαι;” “Οχι, δε θυμάμαι.” “Δε θυμάσαι που σε... που σε πήγα στο σπίτι μου τότε...για να μη π... πεθάνεις από το κρύο... αφού νύχτωσε κι έχασες το δρόμο;” “Εσύ είσαι;” του είπε. “Εγώ είμαι.” “Μα εκείνο” λέει “αφού του έκοψα το κεφάλι, πως έζησε αυτό;” “Εγώ είμαι, να βάλεις το χέρι σου εδώ” του είπε. Έβαλε ο χωριάτης στο λαιμό. “Ρε συ αυτή η πληγή έγιανε;” Και του είπε ο λύκος “η πληγή έγιανε, αλλά ο λόγος που μου είπες εσύ τον έχω μέσα μου ακόμα. Δε ντρέπεσαι ρε;” του είπε, “σου έκανα το καλό, και δεν πέθανες από το κρύο, και συ μου είπες ότι βρομούσε η ανάσα μου, φύγε να μη σε βλέπω στα μάτια μου.” Έτσι έμεινε το... που λέμε ότι η πληγή γιαίνει αλλά ο λόγος μένει.

Αρχή
Top

Μετάφραση στα αγγλικά
English translation

The Wolf and the Villager
There was a villager in the old days who wanted to go from one village to another. His daughter was married to someone in the other village and he wanted to go and see her. It was winter. He set off from his village on foot, as today’s cars didn’t exist in those days. He set off but then it got dark… he walked through mountains on roads that were…weren’t good…it got dark. A mist came down…and he couldn’t see…and he became disorientated, he couldn’t see, he didn’t know where to go. At that moment… a wolf appeared in front of him. The villager was afraid - he said: “it wants to eat me.” The wolf said to him: “don’t be afraid, I am your friend. What do you want? Where are you off to?” He replied: “I want to go to such-and-such a village.” “You’ve taken the wrong path. It isn’t the way that… this isn’t the path you want to…where you want to go.” “What shall I do now?” he said to him. “Come this way, we’ll go to my house…you’ll…you’ll stay there….and in the morning when…..holy God makes the day dawn….I will show you the way….so you can get to the place you want to go.” The villager….the…. he didn’t believe him…. he was afraid. “Don’t be afraid” he told him “I won’t bother you at all.” They went to a little cave, which was where the wolf lived. He said to him: “you go on the inside and I’ll go on the outside… and I’ll protect you from the cold with my fur.” They slept nose to nose. All night long the villager was shaking because he was afraid. In the morning the sun rose… they got up…. they washed…. he [the wolf] said to him: “come here so I can go… come here so I can show you the path… you will take to get you where you want to go.” Before they set off in that direction…. they went out in that direction to leave, he said to him: “there you are. I didn’t ask you, how did you get on, did you sleep alright, did you maybe get cold during the night?” “No, I slept well… but your breath stank a bit.” “Well, we eat the odd dead animal, the odd rotten thing – even we don’t find much food in the winter, so that will be why,” he said to him, the wolf said to the villager. Once they got over there… the wolf… seemed to be thinking of something. He said to him: “come over here… can you see that path?” “Yes.” “You’ll go that way, you’ll come out across there and from there you’ll see the village you want… to go to. But before you go, come here.” They turned round and on the ground… there was an axe. He said to him: “take the axe in your hand.” The villager took it. The wolf lay down on the ground… and he put his head on… on a block of wood. He said to him: “hit me, hit me in the neck with the axe.” “How can I hit you?” he said to the… “do you really want me to kill you?” “Hit me… or I’ll get up and I’ll eat you.” The villager didn’t move, he…pff… he was scared. In the end… because… he… was afraid of the wolf… he closed his eyes… he gave him a blow to the neck…. blood came out. He said to him: “Go and may I never set eyes on you again.” The villager left, he left, went to his daughter, and went back to his village. Two or three years later… he made the same journey… the same… he went on the same road. Lo and behold the wolf, a wolf [appeared] in front of him. The wolf [was] in front of him. He said to him: “Hey there, don’t you remember me?” “No I don’t.” “Don’t you remember that I…that I took you to my house that time… so that you wouldn’t die of the cold… that night had fallen and you had lost your way?” “Is that you?” he said to him. “It’s me.” “But how,” he said [to himself], “after I cut its head, did that [creature] survive it?” “It’s me, put your hand there,” he told him. The villager put [his hand] on the [wolf’s] neck. “Hey you did that wound heal?” And the wolf said: “The wound healed but I still have the words you said to me inside me. Aren’t you ashamed?” he asked. “I did you a good turn, and you… didn’t die of the cold, but you told me that my breath stank. Go away, and I hope I never set eyes on you again.” That’s where we get the saying ‘the wound heals but the words remain.’

Αρχή
Top