Ουδέτερα ονόματα Neuter nouns
Κεντρική Εισαγωγή Ηχογραφήσεις Γραμματική Home Introduction Recordings Grammar
elona sign
  • Α3.1 -μα, πληθ/pl.-ματα
  • Α3.2 -ιμο, πληθ/pl.-ιματα
  • Α3.3 , πληθ/pl.
  • Α3.4 -ο, πληθ/pl.
  • Α3.5 , πληθ/pl.-ια
  • Α3.6 , πληθ/pl.
  • Α3.7 , πληθ/pl.-ητα
  • Α3.8 , πληθ/pl.-ατα
  • Α3.9 -ου, πληθ/pl.
  • Α3.10 Ανώμαλα Irregular neuter nouns
  • A. Κλίσεις ονομάτων   Noun Declensions

    Α3. Ουδέτερα  Neuter nouns

    Α3.1 ουδέτερα σε -μα, πληθ. -ματα neuter nouns in -μα , pl. -ματα
    το άρτουμα  τυρί, cheese
    Ενικός Πληθυντικός
    Singular Plural
    Ονομ. Nom. / Αιτ. Acc. το άρτουμα [to ártuma] τα αρτούματα [ta artúmata]
    Γεν. Gen. του αρτουμάτου [tu artumátu] ---

    Ετσι κλίνονται και:
    The following are declined in the same way: κράμα [kráma] κλήμα climbing vine, κ.α. etc.

    Αρχή
    Top

    Α3.2 ουδέτερα σε -ιμο, πληθ. -ιματα   neuter nouns in -ιμο , pl. -ιματα
    το Ёάψιμο  ράψιμο, sewing
    Ενικός Πληθυντικός
    Singular Plural
    Ονομ. Nom. / Αιτ. Acc. το Ёάψιμο [to ʃápsimo] τα Ёαψίματα [ta ʃapsímata]
    Γεν. Gen. του Ёαψιμάτου [tu ʃapsimátu] ---

    Τα ονόματα της κατηγορίας αυτής προέρχονται από ρήματα και δείχνουν είτε τη δράση του ρήματος είτε το αποτέλεσμα της ρηματικής δράσης, όπως και στα ΝΕ.
    Nouns of this type derive from verbs and denote either the action of the verb or the result of the verbal action.

    Ετσι κλίνονται και:
    The following are declined in the same way: γράψιμο [ɣrápsimo] γράψιμο writing (<γράφου), κ.α. etc.

    Αρχή
    Top

    Α3.3 ουδέτερα σε , πληθ.   neuter nouns in , pl.
    το άλητε  αλεύρι, flour
    Ενικός Πληθυντικός
    Singular Plural
    Ονομ. Nom. / Αιτ. Acc. το άλητε [to áʎite] τα άλητα [ta áʎita]
    Γεν. Gen. του άλητου [tu áʎitu] ---

    Ετσι κλίνονται και:
    The following are declined in the same way: άχουρε [áxure] άχυρο straw, κ.α. etc.

    Αρχή
    Top

    Α3.4 ουδέτερα σε -ο, πληθ.   neuter nouns in -ο , pl.
    το ЁούЄο  μύτη <ΑΕ ῥύγχος, nose <AG ῥύγχος
    Ενικός Πληθυντικός
    Singular Plural
    Ονομ. Nom. / Αιτ. Acc. το ЁούЄο [to ʃúkʰο] τα ЁούЄα [ta ʃúkʰa]
    Γεν. Gen. του ЁούЄου [tu ʃúkʰu] ---

    Ετσι κλίνονται και:
    The following are declined in the same way: σούκο [súko] σύκο fig, κ.α. etc.

    Αρχή
    Top

    Α3.5 ουδέτερα σε , πληθ. -ια   neuter nouns in , pl. -ια
    το δοχύρι  γεφύρι, bridge
    Ενικός Πληθυντικός
    Singular Plural
    Ονομ. Nom. / Αιτ. Acc. το δοχύρι / δοχύЂι [to đoçíri / đoçíʒi] τα δοχύρια / δοχύЂα [ta đoçírʝa / đoçíʒa]
    Γεν. Gen. του δοχυρίου / δοχυЂίου [tu đoçiríu / đoçiʒíu] ---

    Σημ. η γενική ενικού τονίζεται πάντα στην παραλήγουσα.
    Note: the genitive singular is always stressed on the penultimate syllable.
     
    Ετσι κλίνονται και:
    The following are declined in the same way: καμπζί [kambzí] παιδί child, κ.α. etc.

    Αρχή
    Top

    Α3.6 ουδέτερα σε , πληθ.   neuter nouns in , pl.
    το χόντι  χόρτο, grass, herb
    Ενικός Πληθυντικός
    Singular Plural
    Ονομ. Nom. / Αιτ. Acc. το χόντι [to xóndi] τα χόντα [ta xónda]
    Γεν. Gen. του χόντου [tu xóndu] ---

    Ετσι κλίνονται και:
    The following are declined in the same way: άЁι [áʃi] άστρο star, κ.α. etc.

    Αρχή
    Top

    Α3.7 ουδέτερα σε , πληθ. -ητα   neuter nouns in , pl. -ητα
    το βάρι  βάρος, weight
    Ενικός Πληθυντικός
    Singular Plural
    Ονομ. Nom. / Αιτ. Acc. το βάρι [to vári] τα βάρητα [ta várita]
    Γεν. Gen. --- ---

    Ετσι κλίνονται και:
    The following are declined in the same way: θάρρι [θári] θάρρος courage, κ.α. etc.

    Αρχή
    Top

    Α3.8 ουδέτερα σε , πληθ. -ατα   neuter nouns in , pl. -ατα
    το όνειρε  όνειρο, dream
    Ενικός Πληθυντικός
    Singular Plural
    Ονομ. Nom. / Αιτ. Acc. το όνειρε [to óɲire] τα ονείρατα [ta oɲírata]
    Γεν. Gen. --- ---

    Ετσι κλίνονται και:
    The following are declined in the same way: βούκιουρε [vúcure] βούτυρο butter, κ.α. etc.

    Αρχή
    Top

    Α3.9 ουδέτερα σε -ου, πληθ.   neuter nouns in -ου , pl.
    το κρέμμου  κρεμμύδι, onion
    Ενικός Πληθυντικός
    Singular Plural
    Ονομ. Nom. / Αιτ. Acc. το κρέμμου [to krému] τα κρέμμα [ta kréma]
    Γεν. Gen. --- ---

    Ετσι κλίνεται και:
    The following is declined in the same way: κάЂου [káʒu] καρύδι walnut.

    Αρχή
    Top

    Α3.10 ανώμαλα ουδέτερα irregular neuter nouns
    Ενικός Πληθυντικός Μετάφραση
    Singular Plural Translation
    κόκαλε [kókale] κόκα [kóka] κόκαλο bone
    τЁέρβουλε [tʃérvule] τЁέρβα [tʃérva] παπούτσι shoe
    Њιτόκαλε [pʰitókale] Њιτόκα [pʰitóka] πλάστης rolling-pin
    κάІι [káli] κάβα [káva] ξύλο wood
    μάІι [máli] μάβα [máva] μήλο apple
    άι [ái] άζα [áza] λάδι olive oil

    Αρχή
    Top