Το ρήμα νιουρίζου The verb νιουρίζου
Κεντρική Εισαγωγή Ηχογραφήσεις Γραμματική Ρήματα Home Introduction Recordings Grammar Verbs

E5 το ρήμα νιουρίζου γνωρίζω   The verb νιουρίζου to know

E5.1 Ενεργητική Φωνή   Active Voice

Ε5.1.1 Ενεστώτας   Present Tense
Οριστική Ενεστώτα   Present Indicative
Ενικός Αρσενικό Θηλυκό Ουδέτερο
Singular Masc. Fem. Neuter
1 ένι νιουρίζου ένι νιουρίζα ένι νιουρίζουντα
2 έσι νιουρίζου έσι νιουρίζα έσι νιουρίζουντα
3 έЈι νιουρίζου έЈι νιουρίζα έЈι νιουρίζουντα
Πληθ. Pl.
1 έμε νιουρίζουντε έμε νιουρίζουντε έμε νιουρίζουντα
2 έЋε νιουρίζουντε έЋε νιουρίζουντε έЋε νιουρίζουντα
3 είνι νιουρίζουντε είνι νιουρίζουντε είνι νιουρίζουντα

Αρχή
Top

Υποτακτική Ενεστώτα   Present Subjunctive
Ενικός Πληθ.
Sing. Plural
1 νιουρίζου νιουρίζομε
2 νιουρίζερε νιουρίζετε
3 νιουρίζει νιουρίζωι

Αρχή
Top

Προστακτική Ενεστώτα   Present Imperative
Ενικός Πληθ.
Sing. Plural
2 νιούριζε νιουρίζετε

Αρχή
Top

Ε5.1.2 Παρατατικός   Imperfect
Ενικός Αρσενικό Θηλυκό Ουδέτερο
Singular Masc. Fem. Neuter
1 έμα νιουρίζου έμα νιουρίζα έμα νιουρίζουντα
2 έσα νιουρίζου έσα νιουρίζα έσα νιουρίζουντα
3 έκι νιουρίζου έκι νιουρίζα έκι νιουρίζουντα
Πληθ. Pl.
1 έμαϊ νιουρίζουντε έμαϊ νιουρίζουντε έμαϊ νιουρίζουντα
2 έЋαϊ νιουρίζουντε έЋαϊ νιουρίζουντε έЋαϊ νιουρίζουντα
3 ήγκιαϊ νιουρίζουντε ήγκιαϊ νιουρίζουντε ήγκιαϊ νιουρίζουντα

Αρχή
Top

Ε5.1.3 Αόριστος   Aorist
Οριστική Αορίστου   Aorist Indicative
Ενικός Πληθ.
Sing. Plural
1 ενιουρία ενιουρίαμε
2 ενιουρίερε ενιουρίατε
3 ενιουρίε ενιουρίαϊ

Αρχή
Top

Υποτακτική Αορίστου   Aorist Subjunctive
Ενικός Πληθ.
Sing. Plural
1 νιουρίσου νιουρίσομε
2 νιουρίσερε νιουρίσετε
3 νιουρίσει νιουρίσωι

Αρχή
Top

Προστακτική Αορίστου   Aorist Imperative
Ενικός Πληθ.
Sing. Plural
2 νιούρισε νιουρίσετε

Αρχή
Top

Ε5.1.4 Μέλλοντας  Future
Εξακολουθητικός Μέλλοντας  Future continuous
Ενικός Πληθ.
Sing. Plural
1 θα νιουρίζου θα νιουρίζομε
2 θα νιουρίζερε θα νιουρίζετε
3 θα νιουρίζει θα νιουρίζωι

Αρχή
Top

Συνοπτικός Μέλλοντας   Future simple
Ενικός Πληθ.
Sing. Plural
1 θα νιουρίσου θα νιουρίσομε
2 θα νιουρίσερε θα νιουρίσετε
3 θα νιουρίσει θα νιουρίσωι

Αρχή
Top

Ε5.1.5 Παρακείμενος   Perfect
Ενικός Αρσενικό Θηλυκό Ουδέτερο
Singular Masc. Fem. Neuter
1 ένι έχου νιουριστέ ένι έχα νιουριστέ ένι έχουντα νιουριστέ
2 έσι έχου νιουριστέ έσι έχα νιουριστέ έσι έχουντα νιουριστέ
3 έЈι έχου νιουριστέ έЈι έχα νιουριστέ έЈι έχουντα νιουριστέ
Πληθ.
1 έμε έχουντε νιουριστέ έμε έχουντε νιουριστέ έμε έχουντα νιουριστέ
2 έЋε έχουντε νιουριστέ έЋε έχουντε νιουριστέ έЋε έχουντα νιουριστέ
3 είνι έχουντε νιουριστέ είνι έχουντε νιουριστέ είνι έχουντα νιουριστέ

Αρχή
Top

Ε5.1.6 Υπερσυντέλικος   Pluperfect
Ενικός Αρσενικό Θηλυκό Ουδέτερο
Singular Masc. Fem. Neuter
1 έμα έχου νιουριστέ έμα έχα νιουριστέ έμα έχουντα νιουριστέ
2 έσα έχου νιουριστέ έσα έχα νιουριστέ έσα έχουντα νιουριστέ
3 έκι έχου νιουριστέ έκι έχα νιουριστέ έκι έχουντα νιουριστέ
Πληθ.
1 έμαϊ έχουντε νιουριστέ έμαϊ έχουντε νιουριστέ έμαϊ έχουντα νιουριστέ
2 έЋαϊ έχουντε νιουριστέ έЋαϊ έχουντε νιουριστέ έЋαϊ έχουντα νιουριστέ
3 ήγκιαϊ έχουντε νιουριστέ ήγκιαϊ έχουντε νιουριστέ ήγκιαϊ έχουντα νιουριστέ

Αρχή
Top

Ε5.1.7 Συντελεσμένος Μέλλοντας   Future Perfect
Ενικός Πληθ.
Sing. Plural
1 θα έχου νιουριστέ θα έχομε νιουριστέ
2 θα έχερε νιουριστέ θα έχετε νιουριστέ
3 θα έχει νιουριστέ θα έχωι νιουριστέ

Αρχή
Top

Ε5.1.8 Υποθετική   Conditional
Εξακολουθητική Υποθετική   Continuous conditional
Ενικός Πληθ.
Sing. Plural
1 θάκια νιουρίζου θάκια νιουρίζομε
2 θάκια νιουρίζερε θάκια νιουρίζετε
3 θάκια νιουρίζει θάκια νιουρίζωι

Αρχή
Top

Συνοπτική Υποθετική   Momentary conditional
Ενικός Πληθ.
Sing. Plural
1 θάκια νιουρίσου θάκια νιουρίσομε
2 θάκια νιουρίσερε θάκια νιουρίσετε
3 θάκια νιουρίσει θάκια νιουρίσωι

Αρχή
Top

E5.2 Παθητική Φωνή   Passive Voice

Ε5.2.1 Ενεστώτας   Present Tense
Οριστική Ενεστώτα   Present Indicative
Ενικός Αρσενικό Θηλυκό Ουδέτερο
Singular Masc. Fem. Neuter
1 ένι νιουρισκούμενε ένι νιουρισκουμένα ένι νιουρισκούμενε
2 έσι νιουρισκούμενε έσι νιουρισκουμένα έσι νιουρισκούμενε
3 έЈι νιουρισκούμενε έЈι νιουρισκουμένα έЈι νιουρισκούμενε
Πληθ. Pl.
1 έμε νιουρισκουμέЈοι έμε νιουρισκουμέЈοι έμε νιουρισκούμενα
2 έЋε νιουρισκουμέЈοι έЋε νιουρισκουμέЈοι έЋε νιουρισκούμενα
3 είνι νιουρισκουμέЈοι είνι νιουρισκουμέЈοι είνι νιουρισκούμενα

Αρχή
Top

Υποτακτική Ενεστώτα   Present Subjunctive
Ενικός Πληθ.
Sing. Plural
1 νιουρισκούμα νιουρισκούμαϊ
2 νιουρίζισου νιουρίζηЋε
3 νιουρίζηται νιουρίζονται

Αρχή
Top

Προστακτική Ενεστώτα   Present Imperative
Ενικός Πληθ.
Sing. Plural
2 νιουρίζισου νιουρίζηЋε

Αρχή
Top

Ε5.2.2 Παρατατικός   Imperfect
Ενικός Αρσενικό Θηλυκό Ουδέτερο
Singular Masc. Fem. Neuter
1 έμα νιουρισκούμενε έμα νιουρισκουμένα έμα νιουρισκούμενε
2 έσα νιουρισκούμενε έσα νιουρισκουμένα έσα νιουρισκούμενε
3 έκι νιουρισκούμενε έκι νιουρισκουμένα έκι νιουρισκούμενε
Πληθ. Pl.
1 έμαϊ νιουρισκουμέЈοι έμαϊ νιουρισκουμέЈοι έμαϊ νιουρισκούμενα
2 έЋαϊ νιουρισκουμέЈοι έЋαϊ νιουρισκουμέЈοι έЋαϊ νιουρισκούμενα
3 ήγκιαϊ νιουρισκουμέЈοι ήγκιαϊ νιουρισκουμέЈοι ήγκιαϊ νιουρισκούμενα

Αρχή
Top

Ε5.2.3 Αόριστος   Aorist
Οριστική Αορίστου   Aorist Indicative
Ενικός Πληθ.
Sing. Plural
1 ενιουρίσμα ενιουρίσμαϊ
2 ενιουρίστερε ενιουρίστατε
3 ενιουρίστε ενιουρίσταϊ

Αρχή
Top

Υποτακτική Αορίστου   Aorist Subjunctive
Ενικός Πληθ.
Sing. Plural
1 νιουριστού νιουριστούμε
2 νιουριστείρε νιουριστείτε
3 νιουριστεί νιουριστούЈι

Αρχή
Top

Προστακτική Αορίστου   Aorist Imperative
Ενικός Πληθ.
Sing. Plural
2 νιουρίσου νιουριστείτε

Αρχή
Top

Ε5.2.4 Μέλλοντας  Future
Εξακολουθητικός Μέλλοντας  Future continuous
Ενικός Πληθ.
Sing. Plural
1 θα νιουρισκούμα θα νιουρισκούμαϊ
2 θα νιουρίζισου θα νιουρίζηЋε
3 θα νιουρίζηται θα νιουρίζονται

Αρχή
Top

Συνοπτικός Μέλλοντας   Future simple
Ενικός Πληθ.
Sing. Plural
1 θα νιουριστού θα νιουριστούμε
2 θα νιουριστείρε θα νιουριστείτε
3 θα νιουριστεί θα νιουριστούЈι

Αρχή
Top

Ε5.2.5 Παρακείμενος   Perfect
Ενικός Αρσενικό Θηλυκό Ουδέτερο
Singular Masc. Fem. Neuter
1 ένι νιουριστέ ένι νιουριστά ένι νιουριστέ
2 έσι νιουριστέ έσι νιουριστά έσι νιουριστέ
3 έЈι νιουριστέ έЈι νιουριστά έЈι νιουριστέ
Πληθ. Pl.
1 έμε νιουριστοί έμε νιουριστοί έμε νιουριστά
2 έЋε νιουριστοί έЋε νιουριστοί έЋε νιουριστά
3 είνι νιουριστοί είνι νιουριστοί είνι νιουριστά

Αρχή
Top

Ε5.2.6 Υπερσυντέλικος   Pluperfect
Ενικός Αρσενικό Θηλυκό Ουδέτερο
Singular Masc. Fem. Neuter
1 έμα νιουριστέ έμα νιουριστά έμα νιουριστέ
2 έσα νιουριστέ έσα νιουριστά έσα νιουριστέ
3 έκι νιουριστέ έκι νιουριστά έκι νιουριστέ
Πληθ. Pl.
1 έμαϊ νιουριστοί έμαϊ νιουριστοί έμαϊ νιουριστά
2 έЋαϊ νιουριστοί έЋαϊ νιουριστοί έЋαϊ νιουριστά
3 ήγκιαϊ νιουριστοί ήγκιαϊ νιουριστοί ήγκιαϊ νιουριστά

Αρχή
Top

Ε5.2.7 Συντελεσμένος Μέλλοντας   Future Perfect
Ενικός Αρσενικό Θηλυκό Ουδέτερο
Singular Masc. Fem. Neuter
1 θα ένι νιουριστέ θα ένι νιουριστά θα ένι νιουριστέ
2 θα έσι νιουριστέ θα έσι νιουριστά θα έσι νιουριστέ
3 θα έЈι νιουριστέ θα έЈι νιουριστά θα έЈι νιουριστέ
Πληθ. Pl.
1 θα έμε νιουριστοί θα έμε νιουριστοί θα έμε νιουριστά
2 θα έЋε νιουριστοί θα έЋε νιουριστοί θα έЋε νιουριστά
3 θα είνι νιουριστοί θα είνι νιουριστοί θα είνι νιουριστά

Αρχή
Top

Ε5.2.8 Υποθετική   Conditional
Εξακολουθητική Υποθετική   Continuous conditional
Ενικός Πληθ.
Sing. Plural
1 θάκια νιουρισκούμα θάκια νιουρισκούμαϊ
2 θάκια νιουρίζισου θάκια νιουρίζηЋε
3 θάκια νιουρίζηται θάκια νιουρίζονται

Αρχή
Top

Συνοπτική Υποθετική   Momentary conditional
Ενικός Πληθ.
Sing. Plural
1 θάκια νιουριστού θάκια νιουριστούμε
2 θάκια νιουριστείρε θάκια νιουριστείτε
3 θάκια νιουριστεί θάκια νιουριστούЈι

Αρχή
Top