Το ρήμα ορού The verb ορού
Κεντρική Εισαγωγή Ηχογραφήσεις Γραμματική Ρήματα Home Introduction Recordings Grammar Verbs

E3 το ρήμα ορού βλέπω   The verb ορού to see

E3.1 Ενεργητική Φωνή   Active Voice

Ε3.1.1 Ενεστώτας   Present Tense
Οριστική Ενεστώτα   Present Indicative
Ενικός Αρσενικό Θηλυκό Ουδέτερο
Singular Masc. Fem. Neuter
1 ένι ορού ένι ορούα ένι ορούντα
2 έσι ορού έσι ορούα έσι ορούντα
3 έЈι ορού έЈι ορούα έЈι ορούντα
Πληθ. Pl.
1 έμε ορούντε έμε ορούντε έμε ορούντα
2 έЋε ορούντε έЋε ορούντε έЋε ορούντα
3 είνι ορούντε είνι ορούντε είνι ορούντα

Αρχή
Top

Υποτακτική Ενεστώτα   Present Subjunctive
Ενικός Πληθ.
Sing. Plural
1 ορήνου ορήνομε
2 ορήνερε ορήνετε
3 ορήνει ορήνωι

Αρχή
Top

Προστακτική Ενεστώτα   Present Imperative
Ενικός Πληθ.
Sing. Plural
2 όρηνε ορήνετε

Αρχή
Top

Ε3.1.2 Παρατατικός   Imperfect
Ενικός Αρσενικό Θηλυκό Ουδέτερο
Singular Masc. Fem. Neuter
1 έμα ορού έμα ορούα έμα ορούντα
2 έσα ορού έσα ορούα έσα ορούντα
3 έκι ορού έκι ορούα έκι ορούντα
Πληθ. Pl.
1 έμαϊ ορούντε έμαϊ ορούντε έμαϊ ορούντα
2 έЋαϊ ορούντε έЋαϊ ορούντε έЋαϊ ορούντα
3 ήγκιαϊ ορούντε ήγκιαϊ ορούντε ήγκιαϊ ορούντα

Αρχή
Top

Ε3.1.3 Αόριστος   Aorist
Οριστική Αορίστου   Aorist Indicative
Ενικός Πληθ.
Sing. Plural
1 οράκα οράκαμε
2 οράτЀερε οράκατε
3 οράτЀε οράκαϊ

Αρχή
Top

Υποτακτική Αορίστου   Aorist Subjunctive
Ενικός Πληθ.
Sing. Plural
1 οράου οράμε
2 οράρε οράτε
3 οράει οράЈι

Αρχή
Top

Προστακτική Αορίστου   Aorist Imperative
Ενικός Πληθ.
Sing. Plural
2 όρα οράτε

Αρχή
Top

Ε3.1.4 Μέλλοντας  Future
Εξακολουθητικός Μέλλοντας  Future continuous
Ενικός Πληθ.
Sing. Plural
1 θα ορήνου θα ορήνομε
2 θα ορήνερε θα ορήνετε
3 θα ορήνει θα ορήνωι

Αρχή
Top

Συνοπτικός Μέλλοντας   Future simple
Ενικός Πληθ.
Sing. Plural
1 θα οράου θα οράμε
2 θα οράρε θα οράτε
3 θα οράει θα οράЈι

Αρχή
Top

Ε3.1.5 Παρακείμενος   Perfect
Ενικός Αρσενικό Θηλυκό Ουδέτερο
Singular Masc. Fem. Neuter
1 ένι έχου ορατέ ένι έχα ορατέ ένι έχουντα ορατέ
2 έσι έχου ορατέ έσι έχα ορατέ έσι έχουντα ορατέ
3 έЈι έχου ορατέ έЈι έχα ορατέ έЈι έχουντα ορατέ
Πληθ.
1 έμε έχουντε ορατέ έμε έχουντε ορατέ έμε έχουντα ορατέ
2 έЋε έχουντε ορατέ έЋε έχουντε ορατέ έЋε έχουντα ορατέ
3 είνι έχουντε ορατέ είνι έχουντε ορατέ είνι έχουντα ορατέ

Αρχή
Top

Ε3.1.6 Υπερσυντέλικος   Pluperfect
Ενικός Αρσενικό Θηλυκό Ουδέτερο
Singular Masc. Fem. Neuter
1 έμα έχου ορατέ έμα έχα ορατέ έμα έχουντα ορατέ
2 έσα έχου ορατέ έσα έχα ορατέ έσα έχουντα ορατέ
3 έκι έχου ορατέ έκι έχα ορατέ έκι έχουντα ορατέ
Πληθ.
1 έμαϊ έχουντε ορατέ έμαϊ έχουντε ορατέ έμαϊ έχουντα ορατέ
2 έЋαϊ έχουντε ορατέ έЋαϊ έχουντε ορατέ έЋαϊ έχουντα ορατέ
3 ήγκιαϊ έχουντε ορατέ ήγκιαϊ έχουντε ορατέ ήγκιαϊ έχουντα ορατέ

Αρχή
Top

Ε3.1.7 Συντελεσμένος Μέλλοντας   Future Perfect
Ενικός Πληθ.
Sing. Plural
1 θα έχου ορατέ θα έχομε ορατέ
2 θα έχερε ορατέ θα έχετε ορατέ
3 θα έχει ορατέ θα έχωι ορατέ

Αρχή
Top

Ε3.1.8 Υποθετική   Conditional
Εξακολουθητική Υποθετική   Continuous conditional
Ενικός Πληθ.
Sing. Plural
1 θάκια ορήνου θάκια ορήνομε
2 θάκια ορήνερε θάκια ορήνετε
3 θάκια ορήνει θάκια ορήνωι

Αρχή
Top

Συνοπτική Υποθετική   Momentary conditional
Ενικός Πληθ.
Sing. Plural
1 θάκια (ο)ράου θάκια (ο)ράμε
2 θάκια (ο)ράρε θάκια (ο)ράτε
3 θάκια (ο)ράει θάκια (ο)ράЈι

Αρχή
Top

E3.2 Παθητική Φωνή   Passive Voice

Ε3.2.1 Ενεστώτας   Present Tense
Οριστική Ενεστώτα   Present Indicative
Ενικός Αρσενικό Θηλυκό Ουδέτερο
Singular Masc. Fem. Neuter
1 ένι ορούμενε ένι ορουμένα ένι ορούμενε
2 έσι ορούμενε έσι ορουμένα έσι ορούμενε
3 έЈι ορούμενε έЈι ορουμένα έЈι ορούμενε
Πληθ. Pl.
1 έμε ορουμέЈοι έμε ορουμέЈοι έμε ορούμενα
2 έЋε ορουμέЈοι έЋε ορουμέЈοι έЋε ορούμενα
3 είνι ορουμέЈοι είνι ορουμέЈοι είνι ορούμενα

Αρχή
Top

Υποτακτική Ενεστώτα   Present Subjunctive
Ενικός Πληθ.
Sing. Plural
1 ορηνούμα ορηνούμαϊ
2 ορήνισου ορήνηЋε
3 ορήνηται ορήνονται

Αρχή
Top

Προστακτική Ενεστώτα   Present Imperative
Ενικός Πληθ.
Sing. Plural
2 ορήνισου ορήνηЋε

Αρχή
Top

Ε3.2.2 Παρατατικός   Imperfect
Ενικός Αρσενικό Θηλυκό Ουδέτερο
Singular Masc. Fem. Neuter
1 έμα ορούμενε έμα ορουμένα έμα ορούμενε
2 έσα ορούμενε έσα ορουμένα έσα ορούμενε
3 έκι ορούμενε έκι ορουμένα έκι ορούμενε
Πληθ. Pl.
1 έμαϊ ορουμέЈοι έμαϊ ορουμέЈοι έμαϊ ορούμενα
2 έЋαϊ ορουμέЈοι έЋαϊ ορουμέЈοι έЋαϊ ορούμενα
3 ήγκιαϊ ορουμέЈοι ήγκιαϊ ορουμέЈοι ήγκιαϊ ορούμενα

Αρχή
Top

Ε3.2.3 Αόριστος   Aorist
Οριστική Αορίστου   Aorist Indicative
Ενικός Πληθ.
Sing. Plural
1 οράμα οράμαϊ
2 οράЋερε οράЋατε
3 οράЋε οράЋαϊ

Αρχή
Top

Υποτακτική Αορίστου   Aorist Subjunctive
Ενικός Πληθ.
Sing. Plural
1 οραθού οραθούμε
2 οραθείρε οραθείτε
3 οραθεί οραθούЈι

Αρχή
Top

Προστακτική Αορίστου   Aorist Imperative
Ενικός Πληθ.
Sing. Plural
2 οράσου οραθείτε

Αρχή
Top

Ε3.2.4 Μέλλοντας  Future
Εξακολουθητικός Μέλλοντας  Future continuous
Ενικός Πληθ.
Sing. Plural
1 θα ορηνούμα θα ορηνούμαϊ
2 θα ορήνισου θα ορήνηЋε
3 θα ορήνηται θα ορήνονται

Αρχή
Top

Συνοπτικός Μέλλοντας   Future simple
Ενικός Πληθ.
Sing. Plural
1 θα οραθού θα οραθούμε
2 θα οραθείρε θα οραθείτε
3 θα οραθεί θα οραθούЈι

Αρχή
Top

Ε3.2.5 Παρακείμενος   Perfect
Ενικός Αρσενικό Θηλυκό Ουδέτερο
Singular Masc. Fem. Neuter
1 ένι ορατέ ένι ορατά ένι ορατέ
2 έσι ορατέ έσι ορατά έσι ορατέ
3 έЈι ορατέ έЈι ορατά έЈι ορατέ
Πληθ. Pl.
1 έμε ορατοί έμε ορατοί έμε ορατά
2 έЋε ορατοί έЋε ορατοί έЋε ορατά
3 είνι ορατοί είνι ορατοί είνι ορατά

Αρχή
Top

Ε3.2.6 Υπερσυντέλικος   Pluperfect
Ενικός Αρσενικό Θηλυκό Ουδέτερο
Singular Masc. Fem. Neuter
1 έμα ορατέ έμα ορατά έμα ορατέ
2 έσα ορατέ έσα ορατά έσα ορατέ
3 έκι ορατέ έκι ορατά έκι ορατέ
Πληθ. Pl.
1 έμαϊ ορατοί έμαϊ ορατοί έμαϊ ορατά
2 έЋαϊ ορατοί έЋαϊ ορατοί έЋαϊ ορατά
3 ήγκιαϊ ορατοί ήγκιαϊ ορατοί ήγκιαϊ ορατά

Αρχή
Top

Ε3.2.7 Συντελεσμένος Μέλλοντας   Future Perfect
Ενικός Αρσενικό Θηλυκό Ουδέτερο
Singular Masc. Fem. Neuter
1 θα ένι ορατέ θα ένι ορατά θα ένι ορατέ
2 θα έσι ορατέ θα έσι ορατά θα έσι ορατέ
3 θα έЈι ορατέ θα έЈι ορατά θα έЈι ορατέ
Πληθ. Pl.
1 θα έμε ορατοί θα έμε ορατοί θα έμε ορατά
2 θα έЋε ορατοί θα έЋε ορατοί θα έЋε ορατά
3 θα είνι ορατοί θα είνι ορατοί θα είνι ορατά

Αρχή
Top

Ε3.2.8 Υποθετική   Conditional
Εξακολουθητική Υποθετική   Continuous conditional
Ενικός Πληθ.
Sing. Plural
1 θάκια ορηνούμα θάκια ορηνούμαϊ
2 θάκια ορήνισου θάκια ορήνηЋε
3 θάκια ορήνηται θάκια ορήνονται

Αρχή
Top

Συνοπτική Υποθετική   Momentary conditional
Ενικός Πληθ.
Sing. Plural
1 θάκια οραθού θάκια οραθούμε
2 θάκια οραθείρε θάκια οραθείτε
3 θάκια οραθεί θάκια οραθούЈι

Αρχή
Top