Εισαγωγή Ηχογραφήσεις Γραμματική Introduction Recordings Grammar
Ηχογράφηση κ. Σ Αλευρά, 3η Μαΐου 2016, Τυρός Αρκαδίας. Συνεργασία με τον πατερ Μιχάλη Αλευρά (το γιο της κ. Αλευρά), τον οποίο ευχαριστώ θερμά.

Recording of Mrs S Alevra in Tyros, Arcadia on 3rd May 2016. Made with the assistance of Father Mihalis Alevras (the son of the speaker), for which I am very grateful.

Κείμενο στα τσακώνικα
Tsakonian text

ΣΑ: Δώδεκα χρονού έμα... JW: Ναι. ΣΑ: ...Њ’ αραμάκ’ αρφανά ....από μάτη. ΤЀαι μ’ αναστάντζε νάμ’ α μαμού... πέντε, τέσσερ’ αθήνε τЀ' εζού α σάτη, πέντε. JW: Ναι. ΣΑ: Μ’ αναστάντζε νάμ’ α μαμού, δόξα τω Θεώ ζήκαμε. ΤЀαι μετ’ απέ ατЁεραίγκ’ αλλά α ‘φέγκη μι ξαναπαντρεύЋε... τЀ' άντζ’ άβα γουναίκα... και...έκι ιδιότροπο. ΤЀαι...νάμ’ έκι παιδέγγα τЁία τ’ αρφανά. Τα μεροδούλια, εμ’ έγγα ξενοσεЂίντα... σκάφα... ιμ... τα περιβόλια... Ћο μ... μεταλλείε...σ’ ότσι δουІείε μ’ έκι απολύα, να ν’ άρου παράδε να φάει. ΤЀ’ έτρου περαΐα βάσανα, αλλά δόξα τω Θεώ τα τραβία όα. Τσι να ποίου; ΜΑ: Иο μεταλλείε τσι δουІεία έЋαϊ ποίντε; ΣΑ: Ο τσε; ΜΑ: Иο μεταλλείε τσι δουІεία έЋαϊ ποίντε; ΣΑ: Иο μεταλλείε έμαϊ κουβαούντε με τα ζώα το... έγκι Њ’ ήγκι μπάντε...’π’ άτЁε ήγκι μπάντε... ασπ...λετЀοί... όχι άλλοι πέτЁουνε... λετЀοί πέτЁουνε ήγκι μπάντε τЀ' έμαϊ ποτσούντε τα ζώα τЀ' έμαϊ αποσούЄουντε Ћο...πα Њ’ ήγκι περούντα τ’ αυτοκίνητα, σ’ ήγκι αρίЄουντα ύστερα με τα ζώα. Έντεοι του δουІείε έμαϊ ποίντερ όρκο μι, τσι άλλοι δουІείε να ποίομ’ ενεί; Εζού.... ΜΑ: Зου... Њουρ επαντρεύЋερε με τον παππού; ΣΑ: Εζούνε σε κάνα δεκαεЈЈία χρονού παντρέμα. Α ‘φέγκη μι έκι καλέ, αλλ’ όκι κοτού από τα γουναίκα, μ’ έκι αγαπού. ΜΑ: Α μετЁία;.... [πιο δυνατά] Α μετЁία; ΣΑ: Α μετЁία έκι ιδιότροπο πρεЁού, εμποίτЀε πέντ’ έξε καμπζία, όκι δουλέγγα καθόλου... Ћαν τЀέα. Ότσι δουІείε έμαϊ έχουντε, όλοι εζού ‘μα τραβιντουμένα με ταν αφέγκη μι. Τσι να ποίου; Δόξα τω Θεώ, σ’ όλοι του δουІείε ζάκα. ΜΑ: Зουρ επαντρεύЋερε; ΣΑ: Εζού εζάκα τЀαι ξενοσεЂία σ’ ένα γειτο... χώρα, Σαπουνάτσι ήγκι αούντε, τЀαι μ’ άντζε τЀαι σεЂία εЈЈί’ρ αμέρε... τЀαι μ’ επαντρεύε. Εζού, τον άτЁοπο Њ’ άγκα, όμα ξέρα νι, όμ’ έχα Љ’ ορατέ ως καμπζί καθόλου... αλλά Љ’ άντζ’ ο κουμπάρε τЀαι Љ’ ενέντζε να σεЂίτσομε τЁειρ αμέρε μαζί για να μ’ οράει. ΤЀαι Љ’ εμποίκ’ εκείν’ το γάμο...ενιού δε μ’επέκαϊ όμως, ούγκι αούντε το μυστικό. Ж’ εμποίκαϊ το γάμο τЀαι τόЋε μ’ επέκαϊ. ΔεκαεЈЈία χρονού έμα, μ’ επαντρεύαϊ. Δόξα τω Θεώ, α τЀέα έκι απέ τα μάκα τα μάτη μι, τЀαι οι αθοίνε-νε... ζάκαϊ Ћαν Αθήνα, τЀ’ ήγκι δουλέγγουντε... οι δύου, όκι θέα α ματЁία να δίЉ’ ‘α φάЈι, τЀαι αναγκάσταϊ τЀαι φύγκαϊ...οι δύου. Ένα μιτЀή, μιτЀιούτερε από νίου, ε’ ζού ακόνη. ΤЀαι... εμποίκα κα, δόξα τω Θεώ. Ο άτЁοπο Њ’ άγκα, Њ’ όμε τυχερά να Љ’ έχομε τЀ’ έδαρι, εκάνε... ογδόντα εφτά χρονού τЀ’ εχάЋε. Επεραΐα πρεЁού κα, όЉ’ έχα παράπονε, άν’ αγιάτσ’ α ψούχα σ’ ‘πά Њι ένε. Μ’ έκι αγαπού, τЀαι ‘ζού Љ’ έμ’ αγαπούα, περαΐαμε κα, δυ καμπζούλια ‘μποίκαμ’ νια σάτση τЀαι τον παπά. Άν’ έχου ταν ευτЀή μι...κα περαΐα, δόξα τω Θεώ... δόξα τω Θεώ. Άλλιου τσίπτα, τσι ν’ αλίου καμάЂι μι. ΜΑ: Εντάξει.

Αρχή
Top

Μετάφραση στα ελληνικά
Greek translation

ΣΑ: Δώδεκα χρονώ ήμουν...JW: Ναι. ΣΑ: όταν έμεινα ορφανή....από μητέρα. Και μας μεγάλωσε εμάς η γιαγιά... πέντε, τέσσερα αδέρφια κι εγώ η κόρη, πέντε. JW: Ναι. ΣΑ: Μας μεγάλωσε η γιαγιά, δόξα τω Θεώ ζήσαμε. Και ύστερα λοιπόν μεγάλωσα, αλλά ο πατέρας μου ξαναπαντρεύτηκε...και πήρε άλλη γυναίκα...κι ήταν ιδιότροπη. Και...μας παίδευε τα τρία ορφανά. Τα μεροκάματα, πήγαινα και ξενοθέριζα...έσκαβα... ιμ... τα περιβόλια... στο μ... μεταλλείο...σ’ όλες τις δουλειές μ’ έστελνε, για να πάρω λεφτά να φάει. Κι έτσι πέρασα βάσανα, αλλά δόξα τω Θεώ τα τράβηξα όλα. Τι να κάνω; ΜΑ: Στο μεταλλείο τι δουλειά κάνατε; ΣΑ: Το ποιό; ΜΑ: Στο μεταλλείο τι δουλειά κάνατε; ΣΑ: Στο μεταλλείο κουβαλούσαμε με τα ζώα το...αυτό που βγάζανε...από μεγάλο βγάζανε... ασπ...άσπρες... όχι άλλες πέτρες... άσπρες πέτρες βγάζανε και φορτώναμε τα ζώα και μεταφέραμε στο...εκεί που περνούσαν τ’ αυτοκίνητα, τα παίρνανε ύστερα με τα ζώα. Αυτές τις δουλειές κάναμε όρκε μου, τι άλλες δουλειές να κάνουμε μείς; Εγώ.... ΜΑ: Πώς... πώς παντρεύτηκες με τον παππού; ΣΑ: Εγώ σε κάνα δεκαεννιά χρονώ παντρεύτηκα. Ο πατέρας μου ήταν καλός, αλλά φοβόταν τη γυναίκα του, μ’ αγαπούσε [όμως]. ΜΑ: Η μητριά;.... [πιο δυνατά] Η μητριά; ΣΑ: Η μητριά ήταν πολύ ιδιότροπη, έκανε πέντ’ έξι παιδιά, δε δούλευε καθόλου... στο σπίτι. Ότι δουλειές είχαμε, σ’όλες τραβιόμουνα ‘γώ με τον πατέρα μου. Τι να κάνω; Δόξα τω Θεώ, σ’ όλες τις δουλειές πήγα. ΜΑ: Πώς παντρεύτηκες; ΣΑ: Εγώ πήγα και ξενοθέρισα σ’ ένα γειτο... χωριό, Σαπουνακαίικα το λέγανε, και με πήρε και θέρισα εννιά μέρες... και με πάντρεψε. Εγώ, τον άντρα που πήρα, δεν τον ήξερα, δεν τον είχα δει σαν παιδί καθόλου... αλλά τον πήρε ο κουμπάρος και τον έφερε να θερίσουμε τρεις μέρες μαζί για να με δει. Και τον κάνανε [κανόνισαν] εκείνοι το γάμο...εμένα δε μου είπαν όμως, δεν έλεγαν το μυστικό. Τον κάνανε το γάμο και τότε μου είπανε. Δεκαεννιά χρονώ ήμουν, με παντρέψανε. Δόξα τω Θεώ, το σπίτι ήταν από τη μακαρίτισσα τη μητέρα μου, και οι αδερφοί... πήγανε στην Αθήνα, και δουλεύανε ... οι δυο, δεν ήθελε η μητριά να [τους] δίνει να φάνε, και αναγκάστηκαν κι έφυγαν...οι δυο. Ένας μικρός, πιο μικρός από μένα, ζει ακόμα. Και... έκανα καλά, δόξα τω Θεώ. Ο άντρας που πήρα, που δεν είμαστε τυχερή να τον έχουμε και τώρα, έφτασε... ογδόντα εφτά χρονώ και χάθηκε. Πέρασα πολύ καλά, δεν έχω παράπονο, να αγιάσει η ψυχή του εκεί που είναι. Μ’ αγαπούσε, κι εγώ τον αγαπούσα, περάσαμε καλά, δυο παιδάκια κάναμε μια κόρη και τον παπά. Να έχω την ευχή μου...καλά πέρασα, δόξα τω Θεώ... δόξα τω Θεώ. Τίποτ’ άλλο, τι να πω καμάρι μου. ΜΑ: Εντάξει.

Αρχή
Top

Μετάφραση στα αγγλικά
English translation

SA: I was twelve years old...JW: Yes. SA: ...when my mother died. We were brought up by our grandma... five of us, four brothers and me the daughter, five. JW: Yes. SA: Our grandma brought us up, thanks be to God we lived. So I grew up after that but then my father remarried...and he got a new wife...and she had strange ways about her. She gave us, the three step-children [still at home], a hard time. [I did] day labour, I used to go and work for other people on the harvest, I would dig... erm... orchards... I worked at the mine... she used to send me off to do all sorts of jobs so I could get money for her to live. And so I had a hard struggle, but thank God I got through it all. What could I do? ΜΑ: What sort of work did you do at the mine? SA: The what? ΜΑ: At the mine, what work did you do? SA: At the mine we used mules to carry the stuff they dug up, the big stuff, white rocks, no other rocks, just white rocks which they dug up and we would load it onto the animals and take it to where the cars went past and they would take it away later with the animals. That’s the kind of work we used to do, my dear, what other work could we do? I... ΜΑ: How... how did you come to marry grandad? SA: I was about nineteen when I got married. My father was a good man, but he was scared of his wife, he loved me [though]. ΜΑ: And your stepmother...? [louder] And your stepmother...? SA: My stepmother was really strange, she had five or six kids, she didn’t do any work whatsoever... round the house. Whatever jobs we had, I got dragged off to them, as did my father. What could I do? Glory be to God, I managed to go and do all these jobs. ΜΑ: So how did you come to get married? SA: I went to help with the harvest in a neighb...village, Sapounakéika they called it. He took me on and I worked for nine days on the harvest... and he arranged my wedding. I didn’t know the man I married, I hadn’t seen him at all when I was a child... but the man who fixed up the wedding took him on and brought him to work with me on the harvest so he could see me. It was them who arranged the wedding...but they didn’t tell me, they kept it a secret. Once they had arranged the marriage, that’s when they told me about it. I was nineteen and they married me off. Glory to God, the house was left to me by my late mother. My two brothers went to Athens to work...our stepmother didn’t want to feed them and they had to leave...both of them. The younger one, younger than me, is still alive. And... I did well, glory to God. The man I married, who I am not lucky enough to have with me now, reached...eighty seven and then we lost him. I’ve had a very good life, I can’t complain, God rest his soul, wherever it is. He loved me, and I loved him, we had a good life, we had two kiddies, a daughter and the priest here. I hope I get my wish...I’ve had a good life, glory be to God... glory be to God. That’s it, what else can I say, dear. ΜΑ: OK.

Αρχή
Top