Το ρήμα στενοχωρέγγου
The verb στενοχωρέγγου
Κεντρική Εισαγωγή Ηχογραφήσεις Γραμματική Ρήματα Home Introduction Recordings Grammar Verbs

E9 το ρήμα στενοχωρέγγου στενοχωρώ
The verb στενοχωρέγγου to upset

E9.1 Ενεργητική Φωνή   Active Voice

Ε9.1.1 Ενεστώτας   Present Tense
Οριστική Ενεστώτα   Present Indicative
Ενικός Αρσενικό Θηλυκό Ουδέτερο
Singular Masc. Fem. Neuter
1 ένι στενοχωρέγγου ένι στενοχωρέγγα ένι στενοχωρέγγουντα
2 έσι στενοχωρέγγου έσι στενοχωρέγγα έσι στενοχωρέγγουντα
3 έЈι στενοχωρέγγου έЈι στενοχωρέγγα έЈι στενοχωρέγγουντα
Πληθ. Pl.
1 έμε στενοχωρέγγουντε έμε στενοχωρέγγουντε έμε στενοχωρέγγουντα
2 έЋε στενοχωρέγγουντε έЋε στενοχωρέγγουντε έЋε στενοχωρέγγουντα
3 είνι στενοχωρέγγουντε είνι στενοχωρέγγουντε είνι στενοχωρέγγουντα

Αρχή
Top

Υποτακτική Ενεστώτα   Present Subjunctive
Ενικός Πληθ.
Sing. Plural
1 στενοχωρέγγου στενοχωρέγγομε
2 στενοχωρέμπζερε στενοχωρέμπζετε
3 στενοχωρέμπζει στενοχωρέγγωι

Αρχή
Top

Προστακτική Ενεστώτα   Present Imperative
Ενικός Πληθ.
Sing. Plural
2 στενοχώρεμπζε στενοχωρέμπζετε

Αρχή
Top

Ε9.1.2 Παρατατικός   Imperfect
Ενικός Αρσενικό Θηλυκό Ουδέτερο
Singular Masc. Fem. Neuter
1 έμα στενοχωρέγγου έμα στενοχωρέγγα έμα στενοχωρέγγουντα
2 έσα στενοχωρέγγου έσα στενοχωρέγγα έσα στενοχωρέγγουντα
3 έκι στενοχωρέγγου έκι στενοχωρέγγα έκι στενοχωρέγγουντα
Πληθ. Pl.
1 έμαϊ στενοχωρέγγουντε έμαϊ στενοχωρέγγουντε έμαϊ στενοχωρέγγουντα
2 έЋαϊ στενοχωρέγγουντε έЋαϊ στενοχωρέγγουντε έЋαϊ στενοχωρέγγουντα
3 ήγκι(αϊ) στενοχωρέγγουντε ήγκι(αϊ) στενοχωρέγγουντε ήγκι(αϊ) στενοχωρέγγουντα

Αρχή
Top

Ε9.1.3 Αόριστος   Aorist
Οριστική Αορίστου   Aorist Indicative
Ενικός Πληθ.
Sing. Plural
1 εστενοχωρεύα εστενοχωρεύαμε
2 εστενοχωρεύερε εστενοχωρεύατε
3 εστενοχωρεύε εστενοχωρεύαϊ

Αρχή
Top

Υποτακτική Αορίστου   Aorist Subjunctive
Ενικός Πληθ.
Sing. Plural
1 στενοχωρέψου στενοχωρέψομε
2 στενοχωρέψερε στενοχωρέψετε
3 στενοχωρέψει στενοχωρέψωι

Αρχή
Top

Προστακτική Αορίστου   Aorist Imperative
Ενικός Πληθ.
Sing. Plural
2 στενοχώρεψε στενοχωρέψετε

Αρχή
Top

Ε9.1.4 Μέλλοντας  Future
Εξακολουθητικός Μέλλοντας  Future continuous
Ενικός Πληθ.
Sing. Plural
1 θα στενοχωρέγγου θα στενοχωρέγγομε
2 θα στενοχωρέμπζερε θα στενοχωρέμπζετε
3 θα στενοχωρέμπζει θα στενοχωρέγγωι

Αρχή
Top

Συνοπτικός Μέλλοντας   Future simple
Ενικός Πληθ.
Sing. Plural
1 θα στενοχωρέψου θα στενοχωρέψομε
2 θα στενοχωρέψερε θα στενοχωρέψετε
3 θα στενοχωρέψει θα στενοχωρέψωι

Αρχή
Top

Ε9.1.5 Παρακείμενος   Perfect
Ενικός Αρσενικό Θηλυκό Ουδέτερο
Singular Masc. Fem. Neuter
1 ένι έχου στενοχωρευτέ ένι έχα στενοχωρευτέ ένι έχουντα στενοχωρευτέ
2 έσι έχου στενοχωρευτέ έσι έχα στενοχωρευτέ έσι έχουντα στενοχωρευτέ
3 έЈι έχου στενοχωρευτέ έЈι έχα στενοχωρευτέ έЈι έχουντα στενοχωρευτέ
Πληθ.
1 έμε έχουντε στενοχωρευτέ έμε έχουντε στενοχωρευτέ έμε έχουντα στενοχωρευτέ
2 έЋε έχουντε στενοχωρευτέ έЋε έχουντε στενοχωρευτέ έЋε έχουντα στενοχωρευτέ
3 είνι έχουντε στενοχωρευτέ είνι έχουντε στενοχωρευτέ είνι έχουντα στενοχωρευτέ

Αρχή
Top

Ε9.1.6 Υπερσυντέλικος   Pluperfect
Ενικός Αρσενικό Θηλυκό Ουδέτερο
Singular Masc. Fem. Neuter
1 έμα έχου στενοχωρευτέ έμα έχα στενοχωρευτέ έμα έχουντα στενοχωρευτέ
2 έσα έχου στενοχωρευτέ έσα έχα στενοχωρευτέ έσα έχουντα στενοχωρευτέ
3 έκι έχου στενοχωρευτέ έκι έχα στενοχωρευτέ έκι έχουντα στενοχωρευτέ
Πληθ.
1 έμαϊ έχουντε στενοχωρευτέ έμαϊ έχουντε στενοχωρευτέ έμαϊ έχουντα στενοχωρευτέ
2 έЋαϊ έχουντε στενοχωρευτέ έЋαϊ έχουντε στενοχωρευτέ έЋαϊ έχουντα στενοχωρευτέ
3 ήγκι(αϊ) έχουντε στενοχωρευτέ ήγκι(αϊ) έχουντε στενοχωρευτέ ήγκι(αϊ) έχουντα στενοχωρευτέ

Αρχή
Top

Ε9.1.7 Συντελεσμένος Μέλλοντας   Future Perfect
Ενικός Πληθ.
Sing. Plural
1 θα έχου στενοχωρευτέ θα έχομε στενοχωρευτέ
2 θα έχερε στενοχωρευτέ θα έχετε στενοχωρευτέ
3 θα έχει στενοχωρευτέ θα έχωι στενοχωρευτέ

Αρχή
Top

Ε9.1.8 Υποθετική   Conditional
Εξακολουθητική Υποθετική   Continuous conditional
Ενικός Πληθ.
Sing. Plural
1 θάκια στενοχωρέγγου θάκια στενοχωρέγγομε
2 θάκια στενοχωρέμπζερε θάκια στενοχωρέμπζετε
3 θάκια στενοχωρέμπζει θάκια στενοχωρέγγωι

Αρχή
Top

Συνοπτική Υποθετική   Momentary conditional
Ενικός Πληθ.
Sing. Plural
1 θάκια στενοχωρέψου θάκια στενοχωρέψομε
2 θάκια στενοχωρέψερε θάκια στενοχωρέψετε
3 θάκια στενοχωρέψει θάκια στενοχωρέψωι

Αρχή
Top

E9.2 Παθητική Φωνή   Passive Voice

Ε9.2.1 Ενεστώτας   Present Tense
Οριστική Ενεστώτα   Present Indicative
Ενικός Αρσενικό Θηλυκό Ουδέτερο
Singular Masc. Fem. Neuter
1 ένι στενοχωρεγγούμενε ένι στενοχωρεγγουμένα ένι στενοχωρεγγούμενε
2 έσι στενοχωρεγγούμενε έσι στενοχωρεγγουμένα έσι στενοχωρεγγούμενε
3 έЈι στενοχωρεγγούμενε έЈι στενοχωρεγγουμένα έЈι στενοχωρεγγούμενε
Πληθ. Pl.
1 έμε στενοχωρεγγουμένοι έμε στενοχωρεγγουμένοι έμε στενοχωρεγγούμενα
2 έЋε στενοχωρεγγουμένοι έЋε στενοχωρεγγουμένοι έЋε στενοχωρεγγούμενα
3 είνι στενοχωρεγγουμένοι είνι στενοχωρεγγουμένοι είνι στενοχωρεγγούμενα

Αρχή
Top

Υποτακτική Ενεστώτα   Present Subjunctive
Ενικός Πληθ.
Sing. Plural
1 στενοχωρεγγούμα στενοχωρεγγούμαϊ
2 στενοχωρέμπζισου στενοχωρέμπζηЋε
3 στενοχωρέμπζηται στενοχωρέγγονται

Αρχή
Top

Προστακτική Ενεστώτα   Present Imperative
Ενικός Πληθ.
Sing. Plural
2 στενοχωρέμπζισου στενοχωρέμπζηЋε

Αρχή
Top

Ε9.2.2 Παρατατικός   Imperfect
Ενικός Αρσενικό Θηλυκό Ουδέτερο
Singular Masc. Fem. Neuter
1 έμα στενοχωρεγγούμενε έμα στενοχωρεγγουμένα έμα στενοχωρεγγούμενε
2 έσα στενοχωρεγγούμενε έσα στενοχωρεγγουμένα έσα στενοχωρεγγούμενε
3 έκι στενοχωρεγγούμενε έκι στενοχωρεγγουμένα έκι στενοχωρεγγούμενε
Πληθ. Pl.
1 έμαϊ στενοχωρεγγουμέЈοι έμαϊ στενοχωρεγγουμέЈοι έμαϊ στενοχωρεγγούμενα
2 έЋαϊ στενοχωρεγγουμέЈοι έЋαϊ στενοχωρεγγουμέЈοι έЋαϊ στενοχωρεγγούμενα
3 ήγκι(αϊ) στενοχωρεγγουμέЈοι ήγκι(αϊ) στενοχωρεγγουμέЈοι ήγκι(αϊ) στενοχωρεγγούμενα

Αρχή
Top

Ε9.2.3 Αόριστος   Aorist
Οριστική Αορίστου   Aorist Indicative
Ενικός Πληθ.
Sing. Plural
1 εστενοχωρέμα εστενοχωρέμαϊ
2 εστενοχωρεύτερε εστενοχωρεύτατε
3 εστενοχωρεύτε εστενοχωρεύταϊ

Αρχή
Top

Υποτακτική Αορίστου   Aorist Subjunctive
Ενικός Πληθ.
Sing. Plural
1 στενοχωρευτού στενοχωρευτούμε
2 στενοχωρευτείρε στενοχωρευτείτε
3 στενοχωρευτεί στενοχωρευτούЈι

Αρχή
Top

Προστακτική Αορίστου   Aorist Imperative
Ενικός Πληθ.
Sing. Plural
2 στενοχωρέψου στενοχωρευτείτε

Αρχή
Top

Ε9.2.4 Μέλλοντας  Future
Εξακολουθητικός Μέλλοντας  Future continuous
Ενικός Πληθ.
Sing. Plural
1 θα στενοχωρεγγούμα θα στενοχωρεγγούμαϊ
2 θα στενοχωρέμπζισου θα στενοχωρέμπζηЋε
3 θα στενοχωρέμπζηται θα στενοχωρέγγονται

Αρχή
Top

Συνοπτικός Μέλλοντας   Future simple
Ενικός Πληθ.
Sing. Plural
1 θα στενοχωρευτού θα στενοχωρευτούμε
2 θα στενοχωρευτείρε θα στενοχωρευτείτε
3 θα στενοχωρευτεί θα στενοχωρευτούЈι

Αρχή
Top

Ε9.2.5 Παρακείμενος   Perfect
Ενικός Αρσενικό Θηλυκό Ουδέτερο
Singular Masc. Fem. Neuter
1 ένι στενοχωρευτέ ένι στενοχωρευτά ένι στενοχωρευτέ
2 έσι στενοχωρευτέ έσι στενοχωρευτά έσι στενοχωρευτέ
3 έЈι στενοχωρευτέ έЈι στενοχωρευτά έЈι στενοχωρευτέ
Πληθ. Pl.
1 έμε στενοχωρευτοί έμε στενοχωρευτοί έμε στενοχωρευτά
2 έЋε στενοχωρευτοί έЋε στενοχωρευτοί έЋε στενοχωρευτά
3 είνι στενοχωρευτοί είνι στενοχωρευτοί είνι στενοχωρευτά

Αρχή
Top

Ε9.2.6 Υπερσυντέλικος   Pluperfect
Ενικός Αρσενικό Θηλυκό Ουδέτερο
Singular Masc. Fem. Neuter
1 έμα στενοχωρευτέ έμα στενοχωρευτά έμα στενοχωρευτέ
2 έσα στενοχωρευτέ έσα στενοχωρευτά έσα στενοχωρευτέ
3 έκι στενοχωρευτέ έκι στενοχωρευτά έκι στενοχωρευτέ
Πληθ. Pl.
1 έμαϊ στενοχωρευτοί έμαϊ στενοχωρευτοί έμαϊ στενοχωρευτά
2 έЋαϊ στενοχωρευτοί έЋαϊ στενοχωρευτοί έЋαϊ στενοχωρευτά
3 ήγκιαϊ στενοχωρευτοί ήγκιαϊ στενοχωρευτοί ήγκιαϊ στενοχωρευτά

Αρχή
Top

Ε9.2.7 Συντελεσμένος Μέλλοντας   Future Perfect
Ενικός Αρσενικό Θηλυκό Ουδέτερο
Singular Masc. Fem. Neuter
1 θα ένι στενοχωρευτέ θα ένι στενοχωρευτά θα ένι στενοχωρευτέ
2 θα έσι στενοχωρευτέ θα έσι στενοχωρευτά θα έσι στενοχωρευτέ
3 θα έЈι στενοχωρευτέ θα έЈι στενοχωρευτά θα έЈι στενοχωρευτέ
Πληθ. Pl.
1 θα έμε στενοχωρευτοί θα έμε στενοχωρευτοί θα έμε στενοχωρευτά
2 θα έЋε στενοχωρευτοί θα έЋε στενοχωρευτοί θα έЋε στενοχωρευτά
3 θα είνι στενοχωρευτοί θα είνι στενοχωρευτοί θα είνι στενοχωρευτά

Αρχή
Top

Ε9.2.8 Υποθετική   Conditional
Εξακολουθητική Υποθετική   Continuous conditional
Ενικός Πληθ.
Sing. Plural
1 θάκια στενοχωρεγγούμα θάκια στενοχωρεγγούμαϊ
2 θάκια στενοχωρέμπζισου θάκια στενοχωρέμπζηЋε
3 θάκια στενοχωρέμπζηται θάκια στενοχωρέγγονται

Αρχή
Top

Συνοπτική Υποθετική   Momentary conditional
Ενικός Πληθ.
Sing. Plural
1 θάκια στενοχωρευτού θάκια στενοχωρευτούμε
2 θάκια στενοχωρευτείρε θάκια στενοχωρευτείτε
3 θάκια στενοχωρευτεί θάκια στενοχωρευτούЈι

Αρχή
Top