Το ρήμα τραβίντου The verb τραβίντου
Κεντρική Εισαγωγή Ηχογραφήσεις Γραμματική Ρήματα Home Introduction Recordings Grammar Verbs

E8 το ρήμα τραβίντου τραβάω   The verb τραβίντου to pull

E8.1 Ενεργητική Φωνή   Active Voice

Ε8.1.1 Ενεστώτας   Present Tense
Οριστική Ενεστώτα   Present Indicative
Ενικός Αρσενικό Θηλυκό Ουδέτερο
Singular Masc. Fem. Neuter
1 ένι τραβίντου ένι τραβίντα ένι τραβίντουντα
2 έσι τραβίντου έσι τραβίντα έσι τραβίντουντα
3 έЈι τραβίντου έЈι τραβίντα έЈι τραβίντουντα
Πληθ. Pl.
1 έμε τραβίντουντε έμε τραβίντουντε έμε τραβίντουντα
2 έЋε τραβίντουντε έЋε τραβίντουντε έЋε τραβίντουντα
3 είνι τραβίντουντε είνι τραβίντουντε είνι τραβίντουντα

Αρχή
Top

Υποτακτική Ενεστώτα   Present Subjunctive
Ενικός Πληθ.
Sing. Plural
1 τραβίντου τραβίντομε
2 τραβίντερε τραβίντετε
3 τραβίγκει τραβίντωι

Αρχή
Top

Προστακτική Ενεστώτα   Present Imperative
Ενικός Πληθ.
Sing. Plural
2 τράβιντε τραβίντετε

Αρχή
Top

Ε8.1.2 Παρατατικός   Imperfect
Ενικός Αρσενικό Θηλυκό Ουδέτερο
Singular Masc. Fem. Neuter
1 έμα τραβίντου έμα τραβίντα έμα τραβίντουντα
2 έσα τραβίντου έσα τραβίντα έσα τραβίντουντα
3 έκι τραβίντου έκι τραβίντα έκι τραβίντουντα
Πληθ. Pl.
1 έμαϊ τραβίντουντε έμαϊ τραβίντουντε έμαϊ τραβίντουντα
2 έЋαϊ τραβίντουντε έЋαϊ τραβίντουντε έЋαϊ τραβίντουντα
3 ήγκι(αϊ) τραβίντουντε ήγκι(αϊ) τραβίντουντε ήγκι(αϊ) τραβίντουντα

Αρχή
Top

Ε8.1.3 Αόριστος   Aorist
Οριστική Αορίστου   Aorist Indicative
Ενικός Πληθ.
Sing. Plural
1 ετραβία ετραβίαμε
2 ετραβίερε ετραβίατε
3 ετραβίε ετραβίαϊ

Αρχή
Top

Υποτακτική Αορίστου   Aorist Subjunctive
Ενικός Πληθ.
Sing. Plural
1 τραβίτσου τραβίτσομε
2 τραβίτσερε τραβίτσετε
3 τραβίτσει τραβίτσωι

Αρχή
Top

Προστακτική Αορίστου   Aorist Imperative
Ενικός Πληθ.
Sing. Plural
2 τράβιτσε τραβίτσετε

Αρχή
Top

Ε8.1.4 Μέλλοντας  Future
Εξακολουθητικός Μέλλοντας  Future continuous
Ενικός Πληθ.
Sing. Plural
1 θα τραβίντου θα τραβίντομε
2 θα τραβίντερε θα τραβίντετε
3 θα τραβίγκει θα τραβίντωι

Αρχή
Top

Συνοπτικός Μέλλοντας   Future simple
Ενικός Πληθ.
Sing. Plural
1 θα τραβίτσου θα τραβίτσομε
2 θα τραβίτσερε θα τραβίτσετε
3 θα τραβίτσει θα τραβίτσωι

Αρχή
Top

Ε8.1.5 Παρακείμενος   Perfect
Ενικός Αρσενικό Θηλυκό Ουδέτερο
Singular Masc. Fem. Neuter
1 ένι έχου τραβιЋέ ένι έχα τραβιЋέ ένι έχουντα τραβιЋέ
2 έσι έχου τραβιЋέ έσι έχα τραβιЋέ έσι έχουντα τραβιЋέ
3 έЈι έχου τραβιЋέ έЈι έχα τραβιЋέ έЈι έχουντα τραβιЋέ
Πληθ.
1 έμε έχουντε τραβιЋέ έμε έχουντε τραβιЋέ έμε έχουντα τραβιЋέ
2 έЋε έχουντε τραβιЋέ έЋε έχουντε τραβιЋέ έЋε έχουντα τραβιЋέ
3 είνι έχουντε τραβιЋέ είνι έχουντε τραβιЋέ είνι έχουντα τραβιЋέ

Αρχή
Top

Ε8.1.6 Υπερσυντέλικος   Pluperfect
Ενικός Αρσενικό Θηλυκό Ουδέτερο
Singular Masc. Fem. Neuter
1 έμα έχου τραβιЋέ έμα έχα τραβιЋέ έμα έχουντα τραβιЋέ
2 έσα έχου τραβιЋέ έσα έχα τραβιЋέ έσα έχουντα τραβιЋέ
3 έκι έχου τραβιЋέ έκι έχα τραβιЋέ έκι έχουντα τραβιЋέ
Πληθ.
1 έμαϊ έχουντε τραβιЋέ έμαϊ έχουντε τραβιЋέ έμαϊ έχουντα τραβιЋέ
2 έЋαϊ έχουντε τραβιЋέ έЋαϊ έχουντε τραβιЋέ έЋαϊ έχουντα τραβιЋέ
3 ήγκι(αϊ) έχουντε τραβιЋέ ήγκι(αϊ) έχουντε τραβιЋέ ήγκι(αϊ) έχουντα τραβιЋέ

Αρχή
Top

Ε8.1.7 Συντελεσμένος Μέλλοντας   Future Perfect
Ενικός Πληθ.
Sing. Plural
1 θα έχου τραβιЋέ θα έχομε τραβιЋέ
2 θα έχερε τραβιЋέ θα έχετε τραβιЋέ
3 θα έχει τραβιЋέ θα έχωι τραβιЋέ

Αρχή
Top

Ε8.1.8 Υποθετική   Conditional
Εξακολουθητική Υποθετική   Continuous conditional
Ενικός Πληθ.
Sing. Plural
1 θάκια τραβίντου θάκια τραβίντομε
2 θάκια τραβίντερε θάκια τραβίντετε
3 θάκια τραβίγκει θάκια τραβίντωι

Αρχή
Top

Συνοπτική Υποθετική   Momentary conditional
Ενικός Πληθ.
Sing. Plural
1 θάκια τραβίτσου θάκια τραβίτσομε
2 θάκια τραβίτσερε θάκια τραβίτσετε
3 θάκια τραβίτσει θάκια τραβίτσωι

Αρχή
Top

E8.2 Παθητική Φωνή   Passive Voice

Ε8.2.1 Ενεστώτας   Present Tense
Οριστική Ενεστώτα   Present Indicative
Ενικός Αρσενικό Θηλυκό Ουδέτερο
Singular Masc. Fem. Neuter
1 ένι τραβιντούμενε ένι τραβιντουμένα ένι τραβιντούμενε
2 έσι τραβιντούμενε έσι τραβιντουμένα έσι τραβιντούμενε
3 έЈι τραβιντούμενε έЈι τραβιντουμένα έЈι τραβιντούμενε
Πληθ. Pl.
1 έμε τραβιντουμένοι έμε τραβιντουμένοι έμε τραβιντούμενα
2 έЋε τραβιντουμένοι έЋε τραβιντουμένοι έЋε τραβιντούμενα
3 είνι τραβιντουμένοι είνι τραβιντουμένοι είνι τραβιντούμενα

Αρχή
Top

Υποτακτική Ενεστώτα   Present Subjunctive
Ενικός Πληθ.
Sing. Plural
1 τραβιντούμα τραβιντούμαϊ
2 τραβίγκισου τραβίγκηЋε
3 τραβίγκηται τραβίντονται

Αρχή
Top

Προστακτική Ενεστώτα   Present Imperative
Ενικός Πληθ.
Sing. Plural
2 τραβίγκισου τραβίγκηЋε

Αρχή
Top

Ε8.2.2 Παρατατικός   Imperfect
Ενικός Αρσενικό Θηλυκό Ουδέτερο
Singular Masc. Fem. Neuter
1 έμα τραβιντούμενε έμα τραβιντουμένα έμα τραβιντούμενε
2 έσα τραβιντούμενε έσα τραβιντουμένα έσα τραβιντούμενε
3 έκι τραβιντούμενε έκι τραβιντουμένα έκι τραβιντούμενε
Πληθ. Pl.
1 έμαϊ τραβιντουμέЈοι έμαϊ τραβιντουμέЈοι έμαϊ τραβιντούμενα
2 έЋαϊ τραβιντουμέЈοι έЋαϊ τραβιντουμέЈοι έЋαϊ τραβιντούμενα
3 ήγκι(αϊ) τραβιντουμέЈοι ήγκι(αϊ) τραβιντουμέЈοι ήγκι(αϊ) τραβιντούμενα

Αρχή
Top

Ε8.2.3 Αόριστος   Aorist
Οριστική Αορίστου   Aorist Indicative
Ενικός Πληθ.
Sing. Plural
1 ετραβίμα ετραβίμαϊ
2 ετραβίЋερε ετραβίЋατε
3 ετραβίЋε ετραβίЋαϊ

Αρχή
Top

Υποτακτική Αορίστου   Aorist Subjunctive
Ενικός Πληθ.
Sing. Plural
1 τραβιЋού τραβιЋούμε
2 τραβιЋείρε τραβιЋείτε
3 τραβιЋεί τραβιЋούЈι

Αρχή
Top

Προστακτική Αορίστου   Aorist Imperative
Ενικός Πληθ.
Sing. Plural
2 τραβίτσου τραβιЋείτε

Αρχή
Top

Ε8.2.4 Μέλλοντας  Future
Εξακολουθητικός Μέλλοντας  Future continuous
Ενικός Πληθ.
Sing. Plural
1 θα τραβιντούμα θα τραβιντούμαϊ
2 θα τραβίγκισου θα τραβίγκηЋε
3 θα τραβίγκηται θα τραβίντονται

Αρχή
Top

Συνοπτικός Μέλλοντας   Future simple
Ενικός Πληθ.
Sing. Plural
1 θα τραβιЋού θα τραβιЋούμε
2 θα τραβιЋείρε θα τραβιЋείτε
3 θα τραβιЋεί θα τραβιЋούЈι

Αρχή
Top

Ε8.2.5 Παρακείμενος   Perfect
Ενικός Αρσενικό Θηλυκό Ουδέτερο
Singular Masc. Fem. Neuter
1 ένι τραβιЋέ ένι τραβιЋά ένι τραβιЋέ
2 έσι τραβιЋέ έσι τραβιЋά έσι τραβιЋέ
3 έЈι τραβιЋέ έЈι τραβιЋά έЈι τραβιЋέ
Πληθ. Pl.
1 έμε τραβιЋοί έμε τραβιЋοί έμε τραβιЋά
2 έЋε τραβιЋοί έЋε τραβιЋοί έЋε τραβιЋά
3 είνι τραβιЋοί είνι τραβιЋοί είνι τραβιЋά

Αρχή
Top

Ε8.2.6 Υπερσυντέλικος   Pluperfect
Ενικός Αρσενικό Θηλυκό Ουδέτερο
Singular Masc. Fem. Neuter
1 έμα τραβιЋέ έμα τραβιЋά έμα τραβιЋέ
2 έσα τραβιЋέ έσα τραβιЋά έσα τραβιЋέ
3 έκι τραβιЋέ έκι τραβιЋά έκι τραβιЋέ
Πληθ. Pl.
1 έμαϊ τραβιЋοί έμαϊ τραβιЋοί έμαϊ τραβιЋά
2 έЋαϊ τραβιЋοί έЋαϊ τραβιЋοί έЋαϊ τραβιЋά
3 ήγκιαϊ τραβιЋοί ήγκιαϊ τραβιЋοί ήγκιαϊ τραβιЋά

Αρχή
Top

Ε8.2.7 Συντελεσμένος Μέλλοντας   Future Perfect
Ενικός Αρσενικό Θηλυκό Ουδέτερο
Singular Masc. Fem. Neuter
1 θα ένι τραβιЋέ θα ένι τραβιЋά θα ένι τραβιЋέ
2 θα έσι τραβιЋέ θα έσι τραβιЋά θα έσι τραβιЋέ
3 θα έЈι τραβιЋέ θα έЈι τραβιЋά θα έЈι τραβιЋέ
Πληθ. Pl.
1 θα έμε τραβιЋοί θα έμε τραβιЋοί θα έμε τραβιЋά
2 θα έЋε τραβιЋοί θα έЋε τραβιЋοί θα έЋε τραβιЋά
3 θα είνι τραβιЋοί θα είνι τραβιЋοί θα είνι τραβιЋά

Αρχή
Top

Ε8.2.8 Υποθετική   Conditional
Εξακολουθητική Υποθετική   Continuous conditional
Ενικός Πληθ.
Sing. Plural
1 θάκια τραβιντούμα θάκια τραβιντούμαϊ
2 θάκια τραβίγκισου θάκια τραβίγκηЋε
3 θάκια τραβίγκηται θάκια τραβίντονται

Αρχή
Top

Συνοπτική Υποθετική   Momentary conditional
Ενικός Πληθ.
Sing. Plural
1 θάκια τραβιЋού θάκια τραβιЋούμε
2 θάκια τραβιЋείρε θάκια τραβιЋείτε
3 θάκια τραβιЋεί θάκια τραβιЋούЈι

Αρχή
Top